Οι Ορφικοί Ύμνοι των Ηλιακών Θεοτήτων – Μέρος Β΄

[02/07/2013 - 20:59]

Ορφικός Ύμνος του δεύτερου Ηλιακού θεού, του μεγάλου Φοίβου Απόλλωνα. Γιος του πατέρα των θεών Δία και της Λητώς (κόρης του Τιτάνα Κοίου και της Τιτανίδας Φοίβης) και αδερφός της Αρτέμιδας, ταυτίστηκε με τον ίδιο τον Ήλιο, όπως και η Άρτεμις ταυτίστηκε με τη Σελήνη. Θεός λοιπόν του

ήλιου και του φωτός, αλλά και της ομορφιάς, της μουσικής, της ποίησης, της θεραπευτικής, της αλήθειας, της προφητείας και της μαντικής.

Είναι ο Απολλύων (απόλλυμι=καταστρέφω), δηλαδή ο Καταστροφέας, είναι ο Εξαγνιστής, αφού ο Πλάτωνας στο διάλογο «Κρατύλο» συνδέει το «απόλυσις» με το «απόλουσις», ετυμολογώντας δηλαδή το όνομα του θεού από τις εξαγνιστικές του ιδιότητες, ο Απλός (Απλών-Άπλουν ονομαζόταν στη Θεσσαλία) και τέλος ο Αει-βάλλων, αυτός δηλαδή που συνεχώς χτυπά / ρίχνει (με τα βέλη του).

Είναι ο Δήλιος, ο γεννημένος στη νήσο της Δήλου, η οποία φανερώθηκε (δήλος=φανερός) ακριβώς για να γεννηθεί, αφού η Ήρα, η σύζυγος του Δία, μισούσε τη Λητώ και τα αγέννητα παιδιά της, μιας και είχαν προκύψει από την απιστία του Δία, και δεν επέτρεπε πουθενά τη γέννησή τους. Όταν όμως ήρθε στον κόσμο ο Απόλλωνας και φωτίστηκε η γη, όλοι οι θεοί θαύμασαν το νέο, ακτινοβόλο θεό και τον καλοδέχτηκαν στον Όλυμπο, με πρώτη την Ήρα.

Δήλιος ακόμα, επειδή φανέρωνε στους ανθρώπους τις θείες βουλές του, με κέντρο λατρείας του τους Δελφούς (Δέλφιος και Δελφίνιος), στους οποίους υπήρχε ξακουστό ιερό και μαντείο του, με λαμπρά οικοδομήματα. Λοξίας, γιατί οι χρησμοί του ήταν πάντα διφορούμενοι, λοξοί. Κύνθιος, από το όρος Κύνθος της Δήλου.

Πύθιος, γιατί σκότωσε το δράκοντα Πύθωνα που φυλούσε την περιοχή των Δελφών και είχε επιτεθεί στη μητέρα του, Λητώ, ενώ οι ιέρειες – προφήτισσές του ονομάστηκαν Πυθίες. Ήταν ο Μουσηγέτης ή Μουσαγέτης, ο αρχηγός των Μουσών, οι οποίες χόρευαν στις μελωδίες της λύρας του. Παιάνας (όπως ονομαζόταν και το ιερό τραγούδι του), Νόμιος, Επικούριος, Ιατρός, Διδυμαίος, Κλάριος, Σμινθέας, Εκηβόλος, Εκάεργος, Αργυρότοξος και τόσα άλλα επίθετα, τα οποία του είχαν αποδώσει οι θνητοί που τόσο τον αγαπούσαν.

Μεγάλος τιμωρός, έσπευδε άμεσα να τιμωρήσει ή να τοξεύσει τους ασεβείς και τους αλαζόνες (τη Νιόβη και τα παιδιά της, τον Τιτυό, το Μαρσύα, την Κασσάνδρα κ.ά.), όπως και η αδερφή του, Άρτεμις. Είναι εκείνος που έστειλε το λοιμό στο στρατόπεδο των Αχαιών στην Τροία, μετά την παράκληση του ιερέα του, Χρύση, επειδή του είχε αρπάξει την κόρη του, τη Χρυσηίδα (Αστυνόμη), ο Αγαμέμνονας, με αποτέλεσμα να σπείρει τη διχόνοια ανάμεσα στον αρχιστράτηγο των Αχαιών και τον ημίθεο γιο της Θέτιδας, τον Αχιλλέα (την περιβόητη μήνιν, με την οποία ξεκινάει και το έπος του Ομήρου, η Ιλιάδα).

Μεγάλοι και ποικίλοι οι έρωτές του, αρκετοί από τους οποίους ατυχείς: Καλλιόπη, Εστία, Δάφνη, Μάρπησσα, Κασσάνδρα, Εκάβη, Κορωνίδα, Κυρήνη, Κασταλία, Κελαινώ, Κρέουσα, Ακακαλλίδα, Αίθουσα, Χιόνη, Δρυόπη, Μαντώ, Παρθενόπη, Φθία, Ροιώ, Υπερμνήστρα, Στίλβη κ.ά. και πολλά τα παιδιά που έκανε με αρκετές από αυτές, ανάμεσά τους ο θεός της ιατρικής, Ασκληπιός, ο θεός των αγρών, Αρισταίος, ο γενάρχης των Ιώνων, Ίωνας, οι μάντεις Μόψος και Αμφιάραος (ίσως), ο Δελφός, ο Λίνος και ο ίδιος ο Ορφέας (ίσως) και άλλους. Να σημειώσουμε εδώ ότι μετά την άνοδο του από τον Κάτω Κόσμο ο Ορφέας έπαψε να λατρεύει το Διόνυσο και αποδέχτηκε ως μοναδικό θεό τον Ήλιο, τον οποίο αποκαλούσε Απόλλωνα και κάθε πρωί ανέβαινε στο Παγγαίο όρος και τον χαιρετούσε, καθώς ανέτελλε. Για το λόγο αυτό οι Θρακιώτισσες Μαινάδες τον τιμώρησαν και διαμέλισαν το σώμα του, όπως είχε συμβεί και στο Διόνυσο – Ζαγρέα, το μεγάλο θεό των ορφικών μυστηρίων.

Καλό σας ξημέρωμα!

Ἀπόλλωνος / To Apollo
Ορφικός Ύμνος 34
(θυμίαμα: μάνναν)

Aρχαίο κείμενο:

Ἐλθέ, μάκαρ Παιάν, Τιτυοκτόνε, Φοῖβε Λυκωρεῦ,
Μεμφῖτ’, ἀγλαότιμε, ἰήιε, ὀλβιοδῶτα,
χρυσολύρη, σπερμεῖε, ἀρότριε, Πύθιε, Τιτάν,
Γρύνειε, Σμινθεῦ, Πυθοκτόνε, Δελφικέ, μάντι,
ἄγριε, φωσφόρε δαῖμον, ἐράσμιε, κύδιμε κοῦρε,
Μουσαγέτα, χαροποιέ, ἑκηβόλε, τοξοβέλεμνε,
Βράγχιε καὶ Διδυμεῦ, ἑκάεργε, Λοξία, ἁγνέ,
Δήλι’ ἄναξ, πανδερκὲς ἔχων φαεσίμβροτον ὄμμα,
χρυσοκόμα, καθαρὰς φήμας χρησμούς τ’ ἀναφαίνων•
κλῦθί μευ εὐχομένου λαῶν ὕπερ εὔφρονι θυμῶι•
τόνδε σὺ γὰρ λεύσσεις τὸν ἀπείριτον αἰθέρα πάντα
γαῖάν τ’ ὀλβιόμοιρον ὕπερθέ τε καὶ δι’ ἀμολγοῦ
νυκτὸς ἐν ἡσυχίαισιν ὑπ’ ἀστεροόμματον ὄρφνην
ῥίζας νέρθε δέδορκας, ἔχεις δέ τε πείρατα κόσμου
παντός• σοὶ δ’ ἀρχή τε τελευτή τ’ ἐστὶ μέλουσα,
παντοθαλής, σὺ δὲ πάντα πόλον κιθάρηι πολυκρέκτωι
ἁρμόζεις, ὁτὲ μὲν νεάτης ἐπὶ τέρματα βαίνων,
ἄλλοτε δ’ αὖθ’ ὑπάτην, ποτὲ Δώριιον εἰς διάκοσμον
πάντα πόλον κιρνὰς κρίνεις βιοθρέμμονα φῦλα,
ἁρμονίηι κεράσας τὴν παγκόσμιον ἀνδράσι μοῖραν,
μίξας χειμῶνος θέρεός τ’ ἴσον ἀμφοτέροισιν,
εἰς ὑπάτας χειμῶνα, θέρος νεάταις διακρίνας,
Δώριον εἰς ἔαρος πολυηράτου ὥριον ἄνθος.
ἔνθεν ἐπωνυμίην σε βροτοὶ κλήιζουσιν ἄνακτα,
Πᾶνα, θεὸν δικέρωτ’, ἀνέμων συρίγμαθ’ ἱέντα•
οὕνεκα παντὸς ἔχεις κόσμου σφραγῖδα τυπῶτιν.
κλῦθι μάκαρ, σώζων μύστας ἱκετηρίδι φωνῆι.

Νεοελληνική απόδοση:

Έλα, μακάριε Παιάνα, που σκότωσες τον Τιτυό, Φοίβε Λυκωρέα,
Μεμφίτη, που τιμάσαι λαμπρά, επικαλούμενε με κραυγή, που παρέχεις ευτυχία,
που έχεις χρυσή λύρα, ελεγκτή των σπόρων, προστάτη των καλλιεργητών, Πύθιε, Τιτάνα,
Γρύνειε, Σμινθέα*, φονιά του Πύθωνα, Δελφικέ, μάντη,
άγριε, θεέ που φέρνεις το φως, αγαπητέ, ένδοξε νέε,
ηγέτη των Μουσών, χαρμόσυνε (ή χοροποιέ), μακροβόλε (μακροσαγιτάρη), τοξοβόλε,
Βράγχιε καί Διδυμέα, που ενεργείς από μακριά, Λοξία, αγνέ,
βασιλιά της Δήλου, που το μάτι σου που φωτίζει τους ανθρώπους παρατηρεί τα
πάντα,
εσύ με τη χρυσή κόμη, που δίνεις προφητικούς καθαρούς λόγους καί χρησμούς,
άκουσε την προσευχή μου υπέρ των λαών με καλοπροαίρετη καρδιά•
γιατί εσύ βλέπεις όλον αυτόν τον απέραντο αιθέρα
καί από πάνω την ευτυχισμένη γη και κατά τη μοναχική
νύχτα εν ώρα ησυχίας κάτω από το σκοτάδι που έχει για μάτια τα άστρα,
βλέπεις τις ρίζες από χαμηλά (τα θεμέλια), και έχεις τα πέρατα του κόσμου
όλου• εσύ φροντίζεις για την αρχή και το τέλος,
που κάνεις τα πάντα να ανθίζουν, εσύ κάθε πόλο με την κιθάρα που έχει μεγάλο ήχο
συναρμόζεις, άλλοτε βαδίζων προς τα τέρματα της νεάτης (της κατώτατης χορδής),
άλλοτε πάλι προς την υπάτη (την ψηλότατη χορδή), άλλοτε στη Δώρια
διακόσμηση (διάταξη) συμμειγνύων κάθε πόλο διαχωρίζεις τα διατηρούμενα στη ζωή φύλα,
συγκεράσας μέσω της αρμονίας την παγκόσμια μοίρα των ανθρώπων,
που ανέμειξες εξίσου και με τα δύο (και με τη νεάτη και με την υπάτη) το χειμώνα και το καλοκαίρι,
που διαχώρισες το χειμώνα στις ύπατες και το καλοκαίρι με τις νεάτες
και σχημάτισες το ωραίο Δώριο (Δωρικό) άνθος του πολυαγαπημένης άνοιξης.
Από αυτό οι άνθρωποι σε καλούν με την επωνυμίαν άνακτα (βασιλιά)
Πάνα, θεό με δύο κέρατα, που αφήνεις τα σφυρίγματα των ανέμων•
γι αυτό έχεις τη σφραγίδα που δίνει τον τύπο σε όλο τον κόσμον.
Άκουσέ με μακάριε, σώζοντας τους μυημένους με την ικετευτική φωνή.

* ή από την Τρωική πόλη Σμίνθη ή από το σμίνθο [σμίνθος (ο) = ποντίκι], δηλαδή Μυοκτόνε.

Αγγλική μετάφραση (translated by Th. Taylor):
Blest Pæan, come, propitious to my pray’r,
Illustrious pow’r, whom Memphian tribes revere,
Slayer of Tityus, and the God of health,
Lycorian Phoebus, fruitful source of wealth.
Spermatic, golden-lyr’d, the field from thee
Receives it’s constant, rich fertility.
Titanic, Grunian, Smynthian, thee I sing,
Python-destroying, hallow’d, Delphian king:
Rural, light-bearer, and the Muse’s head,
Noble and lovely, arm’d with arrows dread:
Far-darting, Bacchian, two-fold, and divine,
Pow’r far diffused, and course oblique is thine.
O, Delian king, whose light-producing eye
Views all within, and all beneath the sky:
Whose locks are gold, whose oracles are sure,
Who, omens good reveal’st, and precepts pure:
Hear me entreating for the human kind,
Hear, and be present with benignant mind;
For thou survey’st this boundless Æther all,
And ev’ry part of this terrestrial ball.
Abundant, blessed; and thy piercing sight,
Extends beneath the gloomy, silent night;
Beyond the darkness, starry-ey’d, profound,
The stable roots, deep fix’d by thee are found.
The world’s wide bounds, all-flourishing are thine,
Thyself all the source and end divine:
‘Tis thine all Nature’s music to inspire,
With various-sounding, harmonising lyre;
Now the last string thou tun’st to sweet accord,
Divinely warbling now the highest chord;
Th’ immortal golden lyre, now touch’d by thee,
Responsive yields a Dorian melody.
All Nature’s tribes to thee their diff’rence owe,
And changing seasons from thy music flow:
Hence, mix’d by thee in equal parts, advance
Summer and Winter in alternate dance;
This claims the highest, that the lowest string,
The Dorian measure tunes the lovely spring.
Hence by mankind, Pan-royal, two-horn’d nam’d,
Emitting whistling winds thro’ Syrinx fam’d;
Since to thy care, the figur’d seal’s consign’d,
Which stamps the world with forms of ev’ry kind.
Hear me, blest pow’r, and in these rites rejoice,
And save thy Mystics with a suppliant voice.

ΟΙ ΟΡΦΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ ΤΩΝ ΗΛΙΑΚΩΝ ΘΕΟΤΗΤΩΝ – Μέρος Α

Γ.Μ.Γ.
ΠΗΓΗ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Διαβάστε τη συνέχεια

loading...
loading...
Loading...
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ