Κατακλυσμοί: ΒΑΒΥΛΩΝΙΑΚΟΣ, ΣΟΥΜΕΡΙΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ

[27/10/2015 - 17:59]

Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου

Ο ΒΑΒΥΛΩΝΙΑΚΟΣ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ

Η καταγραφή του Βαβυλωνιακού κατακλυσμού περιέχεται στο Έπος του Γκιλγκαμές (στην ενδέκατη πινακίδα του).

Και, να πώς έγιναν τα πράγματα:

Ο Ούμ-Ναπιστίμ, ένας

ιδιαίτερα ευλαβής άνθρωπος και προστατευόμενος του μεγάλου θεού της θάλασσας και της σοφίας Έα, κατοικούσε στην πόλη Σουρουπάκ. Όταν οι θεοί συναντήθηκαν και αποφάσισαν να καταστρέψουν το ανθρώπινο γένος με έναν κατακλυσμό, ο Έα προειδοποίησε τον Ούμ-Ναπισίμ λέγοντας:

«Καλαμόσπιτο, καλαμόσπιτο κι εσύ τείχος, ω τείχος,

Δώσε προσοχή καλαμόσπιτο, άκουσε καλά τείχος!

Άνθρωπε από τη Σουρουπάκ, γιε του Ουμπάρ-Τουτού, γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε ένα πλοίο σε σένα, παράτησε τα αγαθά σου και τα πλούτη σου για να μείνεις σώος.

Άσε το βιος σου για να σώσεις τη ζωή σου και φόρτωσε στο πλοίο σου το άνθος όλων των ζωντανών πλασμάτων».
Στο άκουσμα των εντολών του θεού ο Ούμ-Ναπισίμ περιέπεσε σε αμηχανία. Δεν είχε δει ποτέ του πλοίο- πώς θα το έφτιαχνε, λοιπόν;

Τότε ο Έα ζωγράφισε στο χώμα ένα καράβι για χάρη του, έτσι ο Ούμ-Ναπισίμ έφτιαξε μια πολύ μακριά κιβωτό που ήταν διαιρεμένη σε επτά καταστρώματα και κάθε κατάστρωμα είχε δέκα χωρίσματα. Καλαφάτισε την καρίνα με πίσσα, φόρτωσε τα αναγκαία εφόδια και ανέβασε στο πλοίο ένα ζευγάρι ζώων από κάθε είδος. Στο τέλος ανέβηκε ο ίδιος και έκλεισε την πόρτα. Τότε, και μόνον τότε, άνοιξαν οι δεξαμενές του ουρανού.

«Έξι μέρες κι επτά νύχτες πέρασαν κι ακόμη μαίνονταν οι θύελλες του κατακλυσμού.
Οι θύελλες του νότου έπνιγαν τη χώρα.
Την έβδομη μέρα οι θύελλες του κατακλυσμού που, ίδια στρατιά,
είχαν ξεκληρίσει στο διάβα τους τα πάντα κόπασαν.
Η θάλασσα γαλήνεψε, ο αέρας καταλάγιασε, έπαψε η αντάρα του κατακλυσμού.
Ατένιζα τον ουρανό. Σιγή βασίλευε.
Είδα πως οι άνθρωποι είχανε ξαναγίνει λάσπη.
Τα στάσιμα νερά είχαν πυργωθεί.
Άνοιξα ένα μικρό παράθυρο.
Το φως έπεσε στο πρόσωπό μου.

Γονάτισα κι άρχισα να κλαίω, τα δάκρυα μου αυλάκωναν το πρόσωπο».
(Μένω εκστατική μπροστά στο αίσθημα συντριβής του Ούμ-Ναπισίμ, κάτι που απουσιάζει τελείως από τον βιβλικό, γνωστό μας, Νώε).

Το καράβι του Ούμ-Ναπισίμ στάθηκε στην κορυφή του όρους Νιζίρ και έμεινε εκεί επτά ημέρες, ενώ η στάθμη του νερού κατέβαινε βαθμιαία. Την έβδομη ημέρα άνοιξε ένα παράθυρο κι άφησε τρία πουλιά να πετάξουν: ένα περιστέρι, ένα χελιδόνι και ένα κοράκι. Τα δύο πρώτα γύρισαν.

Τότε ο Όυμ-Ναπισίμ βγήκε από την κιβωτό και πρόσφερε θυσία στους θεούς.
Οι θεοί μύρισαν την κνίσα, οσφράνθηκαν την οσμή και μαζεύτηκαν γύρω από τα σφάγια. Ο αρηγός τους, ο Ενλίλ, έγινε έξω φρενών βλέποντας, όχι μόνο τον Ούμ-Ναπισίμ ζωντανό, αλλά και τη γυναίκα και τα παιδιά του και αντιπροσώπους όλων των ζώων. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει τους ανθρώπους, αλλά στην κρίσιμη στιγμή επενέβησαν ο Έα και η Ιστάρ, πείθοντας τον Ενλίλ να δώσει χάρη στον άνθρωπο.
The Mythologists

Ο ΣΟΥΜΕΡΙΟΣ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ

Η σουμερική πινακίδα που βρέθηκε στην Νιπούρ είναι δραματικά κατεστραμένη.

Μόνο το ένα τρίτο κατέστη δυνατό να μεταφραστεί. Η πινακίδα αφηγείται την δημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου, την οικοδόμηση των πρώτων πόλεων( Εριντού, Σουρουπάκ), τα ερείπια των οποίων ανακαλύφθηκαν από τους αρχαιολόγους, ενώ στη συνέχεια, ύστερα από ένα κενό τριάντα επτά σειρών, εξιστορεί την απόφαση των θεών να καταστρέψουν την ανθρωπότητα, χωρίς να εξηγεί τον λόγο.

Διαβάζουμε ότι δεν υπήρξε ομοφωνία των θεών επί του θέματος και ότι ορισμένοι ήταν με την πλευρά του ανθρώπου. Τελικά, ο κατακλυσμός αποφασίστηκε και όλοι οι άνθρωποι αφανίστηκαν, κτός από έναν, τον ευσεβή βασιλιά Ζιουσούντρα- έναν άνθρωπο που προηγήθηκε κατά πολύ του γνωστού μας Νώε.

Ο Ζιουσούντρα στεκόταν μπροστά στο περιτείχισμα ενός ναού, όταν μια φωνή τον προειδοποίησε για τον κατακλυσμό που θα συνέβαινε. Στις σβησμένες σειρές υπήρχαν οι οδηγίες που τού δόθηκαν. Αν δει κανείς, όμως, την μεταγενέστερη ακκαδική εκδοχή, ο Ζιουσούντρα πήρε εντολή να κατασκευάσει ένα γιγάντιο πλοίο για να γλυτώσει.

«Όλες οι θύελλες μαζί λυσσομανούσαν με ανήκουστη σφοδρότητα. Την ίδια στιγμή ο κατακλυσμός κατάπινε τα κέντρα της λατρείας. Αφού επί επτά μερόνυχτα σάρωσε τη γη και το πελώριο πλοίο κλυδωνιζόταν από τις θύελες και τα νερά, πρόβαλε ο Ουτού( θεός του ήλιου), αυτός που σκορπίζει το φως σε ουρανό και γη.

Ο Ζιουσούντρα άνοιξε ένα από τα παράθυρα του πλοίου και ο Ουτού έστειλε τις ακτίνες του να γλιστρήσουν μες στο γιγάντιο καράβι. Ο Ζιουσούντρα, ο βασιλιάς, γονάτισε μπροστά στον Ουτού. Ο βαιλιάς θυσίασε ένα βόδι και έσφαξε ένα πρόβατο».

Με τη θυσία αυτή ο βασιλιάς συμφιλίωσε το ανθρώπινο γένος με τους θεούς και εκείνοι, για να τον ανταμίψουν, του χάρισαν την αθανασία.

«Τότε ο Ζιουσούντρα, ο βασιλιάς, γονάτισε μπροστά σον Άνου και στον Ενλίλ. Αυτοί έδειξαν την ευμένειά τους στον Ζιουσούντρα: του έδωσαν θεία ζωή, ψυχή αιώνια, όμοια με των θεών. Και τον Ζιουσούντρα, τον βασιλιά, σωτήρα του ονόματος της βλ΄στησης και του σπέρματος του ανθρώπινου γένους, οι θεοί τον εγκατέστησαν στη χώρα του επέκεινα, στη χώρα του Ντιλμούν, εκεί όπου ανατέλλει ο ήλιος».

Η χώρα του Ντιλμούν, που ορισμένοι την τοποθετούν στο σημερινό Μπαχρέϊν, ήταν ένας επίγειος παράδεισος για τους Σουμέριους- το αντίστοιχο της Εδέμ, το βασίλειο των θεών, επομένως ένας τόπος απροσπέλαστος για τους θνητούς.
The Mythologists

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ

Τα αρχαία κείμενα- έστω και αποσπασματικά- δεν μιλούν για τους λόγους που οδήγησαν τον Δία στην απόφαση να πνίξει τον κόσμο, να ξεκληρίσει την ανθρωπότητα. Ωστόσο, ο Οβίδιος μας λέει ότι έφταιγε ο Λυκάονας και τα εγκλήματά του.

Παρά τις νουθεσίες των θεών, μας παραδίδει ο Οβίδιος, από την δημιουργία της η ανθρωπότητα δεν έπαψε στιγμή να εξαχρειώνεται. Γνώρισε τη χρυσή εποχή, μετά την αργυρή, στη συνέχεια τη χάλκινη και με κάθε νέα εποχή που ερχόταν, η παλιότερη ευσέβεια και αθωότητα έθφινε όλο και περισσότερο.

Οι άνθρωποι ξεχνούσαν να θυσιάσουν στους θεούς και δεν είχαν τίποτε άλλο στο μυαλό τους από τη χλιδή και το έγκλημα. Έτσι, ο Δίας αποφάσισε να τους εξολοθρεύσει∙ πριν, όμως, οριστικοποιήσει την απόφασή του, έκανε μια τελευταία επίσκεψη στη γη για να εξακριβώσει μήπως υπήρχε κάποιος δίκαιος, άξιος να γλυτώσει από την καταστροφή.

Κάποιο βράδυ βρέθηκε στην Αρκαδία, όπου έγινε δεκτός από τον βασιλιά Λυκάονα. Ο Λυκάων, υποπτευόμενος ότι ο φιλοξενούμενος ήταν κάποιος θεός, θέλησε με τη σειρά του να βεβαιωθεί, αποφασίζοντας να του σερβίρει ανθρώπινο κρέας και να δει αν ο φιλοξενούμενος το αντιληφθεί.

Ο Δίας έγινε έξω φρενών. Ξεσκέπασε την απάτη γεμάτος αποτροπιασμό για το ειδεχθές έγκλημα και μεταμόρφωσε τον Λυκάονα σε λύκο- αποφασισμένος να εξολοθρεύσει το ανθρώπινο γένος.

Κατακλυσμός ξέσπασε σε ολόκληρη τη γη κι έπνιξε κάθε έμβιο ον, σκεπάζοντας με νερό πολιτείες, κάμπους, δάση και βουνά. Όλοι οι άνθρωποι χάθηκαν εκτός από ένα ζευγάρι (ο Δευκαλίων και η Πύρρα), το οποίο, κατ’ άλλους ειδοποιήθηκε από τον Προμηθέα (σύμφωνα με την εκδοχή του Λουκιανού, ο Προμηθέας προειδοποίησε τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα και τους είπε να κατασκευάσουν ένα ξύλινο κιβώτιο- όμοιο με κούνια μωρού- το οποίο θα τους επέτρεπε να επιπλέουν κατά τη διάρκεια του κατακλυσμού, δηλαδή εννέα μερόνυχτα) και κατ’ άλλους επειδή από καθαρή τύχη είχε κατασκευάσει ένα πλοιάριο.

Μετά από πολλές μέρες κατακλυσμού η βροχή κόπασε και το πλοιάριο στάθηκε στην κορυφή του Παρνασσού. Ο Δίας είδε τους δύο επιζώντες και αποφάσισε να τους χαρίσει τη ζωή και να τους επιτρέψει να συνεχίσουν την αναδημιουργία του ανθρώπινου γένους.

Η αναδημιουργία επετεύχθη καθώς εκείνοι έρριχναν πίσω τους πέτρες. Οι πέτρες του Δευκαλίωνα μεταμορφώνονταν σε άνδρες και οι πέτρες της Πύρρας σε γυναίκες.

The Mythologists
μέσω ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Διαβάστε τη συνέχεια

loading...
Loading...
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ