Τι Συμβαίνει στον Κάτω Κόσμο και τις Ψυχές προς Αυτόν

Τι Συμβαίνει στον Κάτω Κόσμο και τις Ψυχές προς Αυτόν

Ο Κάτω Κόσμος – Ραψωδία λ

Ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Άδη για να βρει ανάμεσα στους νεκρούς τον μάντη Τειρεσία που θα τον βοηθούσε να επιστρέψει στην Ιθάκη. Η ραψωδία λ, που διαβάζουμε όσοι μπορούμε αυτήν τη βδομάδα, μας έδωσε ένα μικρό ερέθισμα για να ανακαλύψουμε τα πιστεύω των αρχαίων Ελλήνων για τη μεταθανάτια ζωή.

Σήμερα, φίλες και φίλοι μας, θα μας εισάγει η Βάσω Μαγγανάρη της ομάδας μας στη φιλοσοφία του Πλάτωνα για την ψυχή. Μέσα στο κείμενό της θα βρούμε πολύ σημαντικές λεπτομέρειες για το “επέκεινα”, το μετά τον θάνατο, σύμφωνα με τον μεγάλο φιλόσοφο και ευρύτερα τον αρχαίο κόσμο.
Καλή ανάγνωση!

ΒΑΣΩ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΖΩΗ
ΚΑΙ
ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Αγαπητοί Μυθολόγοι, καλή σας ημέρα!

Η λέξη «ψυχή» που ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα «ψύχω»=πνέω υποδηλώνει την έσχατη ανάσα, το ύστατο σημάδι της ζωής. Κατά την αρχαιοελληνική θρησκεία και φιλοσοφία, η λέξη χρησιμοποιήθηκε αφενός για να προσδιορίσει τις λειτουργίες του νου (πνεύματος), αφετέρου για να ορίσει τις μεταφυσικές αναζητήσεις πάνω στο μυστήριο του θανάτου.

Ακολούθως με τις θεωρίες που προέκυψαν η ψυχή άλλοτε χαρακτηρίζεται «εφήμερος», όρος που χρησιμοποιεί ο Πίνδαρος για να χαρακτηρίσει τον βραχύβιο, τον πρόσκαιρο ανθρώπινο βίο που μεταβάλλεται διαρκώς, και άλλοτε «αθάνατη» ορισμός πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε όλη η πλατωνική φιλοσοφία για την αθανασία της ψυχής και την μετά θάνατον ζωή. Για τον Πλάτωνα συνεπώς ο Άδης δεν είναι απλώς ένας κόσμος που αντιλαμβανόμαστε με τα μάτια, όπως περιγράφεται στον Όμηρο, αλλά ο αόρατος κόσμος του πνεύματος στον οποίο η ψυχή οδηγείται μέσω της ενδελεχούς μελέτης της προς την αυτογνωσία.

Βάλε το email σου στην φόρμα για να λαμβάνεις τα άρθρα μας.

Στο μεγαλειώδες έργο του «Πολιτεία» ή «Περί Δικαίου» ο φιλόσοφος διδάσκει την άποψή του περί αθανασίας της ψυχής υποστηρίζοντας πως η ανθρώπινη φύση είναι χωρισμένη σε δύο επίπεδα: στο σώμα (φθαρτή ύλη) και στην ψυχή που είναι αθάνατη και προέρχεται από τον ανώτερο Κόσμο ή Κόσμο των Ιδεών. Σκοπός της ψυχής, η οποία βρίσκεται φυλακισμένη μέσα στο σώμα, είναι να απεγκλωβιστεί και αφού περάσει μέσα από στάδια μετενσαρκώσεων ώστε να μπορέσει να επιτύχει το τέλειο, να ενωθεί με τον ουράνιο κόσμο.

Ως κεντρική ιδέα της σκέψης του αυτής ο Πλάτωνας προβάλλει τη δικαιοσύνη που κατ’ εκείνον διασφαλίζει την αρμονία στον ίδιο τον άνθρωπο και κατά συνέπεια και στην κοινωνία στην οποία αυτός ανήκει.

Σύμφωνα με τη συνήθειά του να γράφει τα έργα του σε διαλογική μορφή, στην αρχή της Πολιτείας προβάλλει ένα διάλογο στον οποίο πρωταγωνιστεί ο Σωκράτης και εξελίσσεται μεταξύ εκείνου και των αδερφών του Πλάτωνα, Γλαύκων και Αδείμαντα. Από το διάλογο αυτό προκύπτουν δύο βασικά ζητήματα: ποια είναι η φύση της δικαιοσύνης και της αδικίας και αν και πόσο ο δίκαιος ή ο άδικος είναι ευτυχέστερος και σε αυτήν και στην άλλη ζωή.

Για τη μελέτη των ζητημάτων αυτών ο Σωκράτης, ο οποίος ορίζει πως η δικαιοσύνη είναι για την ψυχή ό,τι ακριβώς η υγεία για το σώμα, προτείνει να κάνουν ένα πείραμα: να εξετάσουν το θέμα υπό το πρίσμα μιας θεωρητικής πόλης-κράτους που θα παίξει το ρόλο μιας μεγάλης συλλογικής ψυχής της οποίας η διερεύνηση θα ξεκινά από το πρωτόγονο στάδιο και θα φτάνει ως την τελείωσή της.

Για το σκοπό αυτό ο Πλάτωνας επιδιώκοντας να αποδώσει με τον απλούστερο και πιο κατανοητό τρόπο την άποψή του επινοεί και σκηνοθετεί ένα μύθο κεντρικός ήρωας του οποίου είναι ο Ήρ, ένας γενναίος πολεμιστής ο οποίος χάνει τη ζωή του πολεμώντας. Το άψυχο σώμα του, όπως αναφέρει ο πλατωνικός μύθος, κείτονταν επί δέκα ημέρες άταφο στο πεδίο της μάχης μαζί με των υπολοίπων νεκρών συμπολεμιστών του.

Τη δωδέκατη μέρα και ενώ βρισκόταν σε προχωρημένη αποσύνθεση, οι συγγενείς του έφτασαν εκεί, το περισυνέλλεξαν και το απέθεσαν πάνω στη νεκρική πυρά. Όμως λίγο πριν οι φλόγες τον τυλίξουν, σαν από θαύμα, ο Ηρ επανήλθε στη ζωή και άρχισε να τους διηγείται τις εμπειρίες του από τη σύντομη παραμονή του στον κάτω κόσμο:

»Αρχικά, όπως τους είπε, είδε την ψυχή του να εγκαταλείπει το σώμα του ευθύς μετά το θάνατό του και να ακολουθεί τις άλλες ψυχές «εις τόπον τινά δαιμόνιον»: δηλαδή στο μέρος εκείνο όπου γινόταν το «μοίρασμα».

*εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως η ονομασία «δαίμων-δαιμόνιος», που προκύπτει από τη λέξη «δαίω»=μοιράζω, αρχικά σήμαινε αυτόν που μοιράζει και σημασιολογικά σχετίζεται και με τη μοίρα αφού και το ρήμα «μείρομαι» σημαίνει επίσης, μοιράζω.

Σύμφωνα με μια αντίληψη που πηγάζει από τα πανάρχαια χρόνια «ο δαίμων» ήταν ο παράγοντας εκείνος ο οποίος επενέβαινε και καθόριζε τη ζωή και την τύχη του ανθρώπου. Αναλόγως λοιπόν με ό,τι του επιφύλασσε άλλοτε γινόταν «ευδαίμων» και άλλοτε «κακοδαίμων». Ο Πλάτωνας όπως θα δούμε παρακάτω ανατρέπει και αντιστρέφει την αντίληψη αυτή διδάσκοντας πως ο άνθρωπος (και κατά συνέπεια η ψυχή του) διαλέγει ο ίδιος το «δαίμονά του» άρα ο ίδιος φέρει την ευθύνη της επιλογής της μοίρας του.

»Στο μέρος εκείνο, συνεχίζει ο Ήρ, έχασκαν δύο ανοίγματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο και δύο αντίκρυ στον ουρανό. Στο μεσοδιάστημα των ανοιγμάτων αυτών κάθονταν κριτές αμείλικτοι, εκπρόσωποι της συνείδησης, οι οποίοι ετυμηγορούσαν και διαχώριζαν τις ψυχές. Όσες έκριναν δίκαιες τις έστελναν δεξιά επάνω, ενώ τις ψυχές εκείνων που είχαν διαπράξει αδικήματα, αριστερά κάτω. Στον Ήρ, δόθηκε η εντολή να παραμείνει εκεί και να παρατηρεί προσεκτικά όλη τη διαδικασία ώστε να μπορεί κατόπιν να περιγράψει ό,τι είδε και άκουσε.

Μετά από τη δίκη, συνεχίζει να εξιστορεί ο Ήρ, είδε ψυχές να προχωρούν προς τα δύο ανοίγματα ενώ άλλες να εξέρχονται από τα άλλα δύο. Εκείνες που ανέβαιναν από το άνοιγμα της γης ήταν σκονισμένες και διψασμένες ενώ όσες κατέβαιναν από τον ουρανό, καθαρές και ευχαριστημένες. Μετά όλες μαζί κατευθύνθηκαν προς το Λειμώνα (τοποθεσία του βασιλείου του Άδη που από τον Όμηρο περιγράφεται γεμάτος ασφόδελους και σκιές νεκρών) όπου παρέμειναν για επτά ημέρες. Εκεί αυτές που είχαν τιμωρηθεί θρηνούσαν για τα δεινά της χιλιετούς σκοτεινής υπόγειας πορείας τους ενώ εκείνες που είχαν επιβραβευτεί ήταν ευτυχισμένες και χορτασμένες από όμορφες εμπειρίες και απολαύσεις!

Μετά από επτά ημέρες παραμονής τους στον Λειμώνα οι ψυχές συνέχισαν το ταξίδι τους σε άλλο τόπο απ’ όπου έβγαινε ένα θείο φως που ήταν λαμπρότερο και καθαρότερο ακόμη κι από το ουράνιο τόξο. Το φως αυτό ήταν κιονόσχημο, ευθυτενές και βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος. Και ήταν το φως αυτό ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του, που ήταν τεντωμένες από τον ουρανό, κρεμόταν ο άτρακτος (αδράχτι) της Ανάγκης, ο οποίος ρυθμίζει όλες τις περιστροφές.

Ο σφόνδυλος της ατράκτου ήταν κοίλος και περιείχε άλλους επτά σφονδύλους. Ο εξώτατος ήταν το ουράνιο στερέωμα ενώ οι άλλοι επτά οι σφαίρες των πλανητών. Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες, μια πάνω σε κάθε κύκλο και η κάθε μια έψαλλε τη μελωδία μιας και μοναδικής νότας. Και οι οχτώ αυτές φωνές παρήγαγαν μια αρμονία! (εδώ υπονοείται η μουσική των ουράνιων σφαιρών του Πυθαγόρα)

Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων πάνω στα γόνατα της Ανάγκης παρακολουθούσαν από τους θρόνους τους οι κόρες της, οι Μοίρες: Λάχεσις (παρελθόν), Κλωθώ (παρόν) και Άτροπος (μέλλον). Όταν έφτασαν εκεί οι ψυχές έπρεπε να επιλέξουν το είδος της ζωής που θα ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους. Ένας εξάγγελος της Λάχεσης τοποθέτησε μπροστά τους πολλά υποδείγματα ζωής απαγγέλοντας το Λόγο της Μοίρας και τις εγκαλούσε να τραβήξουν τον κλήρο τους. Η κάθε μια έπρεπε αναλόγως με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής.

Οι «αφιλοσόφητες» ψυχές έσπευδαν να επιλέξουν βίους με αξιώματα και μεγαλεία χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν αυτά. Όσες όμως είχαν δοκιμαστεί σκληρά στον προϋγούμενο βίο τους τώρα πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη, όπως για παράδειγμα ο πολύπαθος Οδυσσέας που για τη μετενσάρκωσή του προτίμησε τη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Όποια εκλογή έκανε η κάθε ψυχή παρέμενε αμετάκλητη.

Τέλος αφού οι ψυχές διέσχισαν το άγονο πεδίο της Λήθης έφτασαν στον Αμέλητα ποταμό από το νερό του οποίου ήπιαν για να ξεχάσουν τον πρότερο βίο τους. Τα μεσάνυχτα εν μέσω σεισμικής βοής και βροντής οι ψυχές εκτινάχτηκαν προς τα πάνω για να ξαναγεννηθούν μέσα στα νέα τους σώματα».

Τον ίδιο τον Ήρα καταλήγει ο Πλάτωνας, δεν τον άφησαν να πιει το νερό της λησμονιάς. Το πώς ξαναβρέθηκε μέσα στο σώμα του δεν το γνώριζε παρά μόνο πως ξάφνου άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι βρισκόταν πάνω στη νεκρική πυρά!

Γίνεται σαφές πως με το μύθο αυτό ο Πλάτωνας επιχειρεί να δώσει μια καινούργια άποψη για τον Άδη και να αντικαταστήσει την Ομηρική με στοιχεία που έχει αντλήσει από τις θεωρίες των ορφικών και των πυθαγορείων για τη μετεμψύχωση, από τις τελετουργίες των Ελευσίνιων μυστηρίων και από μυθικές αντιλήψεις εναρμονισμένες μέσα στο πλαίσιο των αντιλήψεων για τη ζωή, όπως πια τις είχε δημιουργήσει η φιλοσοφία. Το αξιοσημείωτο είναι ότι στην Πολιτεία ο άνθρωπος δεν βρίσκεται πια στη γη, όπως στον Ομηρικό Άδη, αλλά μέσα στο σύμπαν, όχι μέσω της αίσθησης αλλά όπως το συλλαμβάνει ο νους με τις μετρήσεις και τους υπολογισμούς (λογική).

Διαβάζοντας το μύθο μπροστά μας προβάλλεται ολοζώντανη η εικόνα της μεταθανάτιας κρίσης και εκλογής. Ο δρόμος προς τα πάνω ή προς τα κάτω, μας λέει ο Πλάτωνας, μας θέτει ενώπιον της εκλογής του βίου μας. Η ευθύνη των επιλογών μας, η κρίση και η εκλογή είναι αλληλένδετοι δεσμοί που συγκροτούν την εφήμερη αλλά και την αιώνια ζωή μας. Η ζωή μας λοιπόν είναι συνδυασμός τύχης (λαχών) και ανάγκης (κλήρωση) αλλά κατά κύριο λόγο είναι ελεύθερη προσωπική επιλογή μας.

Η ευτυχία ή η δυστυχία μας εξαρτάται περισσότερο από τις αποφάσεις που θα πάρουμε. Ελευθερία επιλογής σημαίνει ταυτόχρονα και την ευθύνη των πράξεων μας. Επομένως για τις πράξεις αυτές αν δεν αποδοθεί το δίκαιο στην επίγεια ζωή, αφού η ψυχή είναι αθάνατη, θα αποδοθεί στη μεταθανάτια με την επιβράβευση ή την τιμωρία μας.

Το συναγόμενο της σκέψης του Πλάτωνα δίδεται και πάλι δια στόματος Σωκράτη, ο οποίος παρουσιάζεται να επισημαίνει στον Γλαύκωνα πως ο μύθος του Ηρός μπορεί να μας σώσει: «αν δίνωμε σ’ αυτόν πίστη…, αν θεωρούμε την ψυχή αθάνατη… και με κάθε τρόπο κοιτάζουμε στις ενασχολήσεις της ζωής μας να μην ξεπερνάμε τα όρια της δικαιοσύνης και της φρόνησης.

Σκοπός μας με όλα αυτά θα είναι να έχουμε φιλία με τους εαυτούς μας και με τους θεούς και όταν μένουμε εδώ στον κόσμο τούτο και όταν παίρνουμε τα βραβεία για τη δικαιοσύνη μας περιμαζεύοντάς τα κατά την περιοδεία μας, όπως οι νικητές των αγώνων, για να μπορέσουμε και στην παρούσα ζωής μας και στη χιλιετή πορεία που περιγράψαμε να χαιρόμαστε μιαν εύμορφη ευπραξία».

Με τα σοφά αυτά λόγια, αγαπητοί Μυθολόγοι, και με την προτροπή να μας προβληματίσουν σε βάθος κλείνει η σημερινή μας δημοσίευση. Να έχετε μια απολαυστική συνέχεια!

ΠΗΓΕΣ:
*Πλάτων «Πολιτεία, ή περί δικαίου», μετάφρ. Κ. Δ.Γεωργούλης, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης
*Φιλοσοφικός Λόγος, Γ’ Γενικού Λυκείου
*Βικιπαίδεια, google

*Φωτογραφία δημοσίευσης: Χάλκινη προτομή Διονύσου ή Πλάτωνα, 49-25 π.Χ. που βρέθηκε στη Βίλα των Παπύρων στο Herculaneum της Ιταλίας. Κατά την ανακάλυψή της οι αρχαιολόγοι βρέθηκαν μπροστά στο εξής δίλλημα: εάν πρόκειται για προτομή του Διονύσου-Βάκχου ή του Πλάτωνα ή αν παρουσιάζει και τους δύο μαζί δεδομένου των κοινών χαρακτηριστικών που εμφανίζει και τα οποία παραπέμπουν στη μίξη και ανταλλαγή στοιχείων μεταξύ των δύο μεγαλύτερων φιλοσοφικών και θρησκειολογικών ρευμάτων της αρχαιότητας (Ορφικών- Πλατωνικών)

TheMythologists

loading...