Είναι Μακρύς ο Δρόμος Προς τον Ήλιο

[13/11/2018 - 12:58]

Είναι Μακρύς ο Δρόμος Προς τον Ήλιο

i. Ανατολικά των Αντιλλών, κάπου το 9700 πΧ

θάλασσα. Γαλήνια. Ένα ψάθινο πλατύγυρο καπέλο. Ένα κορμί μαυρισμένο. Σύνεργα ψαρέματος συστηματικού. Κι όλ’ αυτά, μέσα σε μια βάρκα με πανί, καταμεσής της γαλάζιας απεραντοσύνης· κάτω απ’ έναν Ήλιο που τηγάνιζε αυγό, παρά την πρώϊμη πρωινή ώρα.

Όμως, ο ψαράς δεν ψάρευε… είχε στη διάθεσή του αρκετή ώρα να το κάνει, μέχρι να επιστρέψει. Τα ψάρια του έπρεπε νά φαίνονται, νά ‘ναι φρέσκα.

Ήταν, βλέπεις, κι η αρκετά μακρά διαδρομή προς τα πίσω· η ψαρόβαρκα είχε ανοιχτεί πολύ μέσα. Αλλά τώρα τελευταία αυτό γινόταν καθημερινά, δεν ήταν ασυνήθιστο. Κι αν ξέσπαγαν οι φοβεροί τυφώνες της περιοχής, υπήρχε λύση· κάπου στο βάθος ξεπρόβαλλαν πάνω απ’ το νερό καναδυό νησάκια, καταφύγιο γιά τα θαλασσοπούλια. Η ψαρόβαρκα θα προλάβαινε να πάει εκεί, να δέσει, αντί να ξεκινήσει το απογευματινό ταξίδι της επιστροφής οίκαδε. Κι όταν θα ησύχαζ’ ο καιρός, ξανά πίσω.

Περίμενε μεγάλη μέρα μπροστά του – όπως πάντα. Αλλά, υπομονή. Υπομονή. Τί άλλο;

Θεραπεία της σεξουαλικής ανικανότητας
Το φυτικο σκεύασμα που θεραπεύει τα προβλήματα σεξουαλικής ανικανότητας χωρις καμία παρενέργεια

Το μοναδικό 100% φυτικό σκεύασμα που θεραπεύει το πρόβλημα και δεν το συντηρεί οπως αλλα χημικά γνωστά προιόντα με παρενέργειες

ΤΙΜΗ 29,00€

ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Powered by WebCash

Ξάφνου, η ραστώνη διακόπηκε. Το αετίσιο μάτι του ψαρά διέκρινε μέσα στο νερό αυτό, που περίμενε από τότε που έφτασε στο σημείο. Ένα κοπάδι ψάρια ερχόταν προς το μέρος του. Ο ψαράς μέτραγε από μέσα του· ένα… δύο… τρία… τέσσερα… Πιστό στο νοερό χρονόμετρό του, ακόμη ένα κοπάδι ξιφίες στο κατόπι των ψαριών. Ο ψαράς χαμογέλασε θριαμβευτικά.

Είχε ήδη καλάρει από πρίν, καί τώρα ήταν η ώρα της συγκομιδής. Θα κρατούσε όσα ψάρια άντεχαν τα δίχτυα του, θα πέταγε πίσω στη θάλασσα τα υπόλοιπα, καί θά κίναγε πιά γιά το σπίτι του.

Όμως, η πραγματική ψαριά δεν ήταν αυτή.

ii. Ποσείδια, καμιά πενηνταριά χρόνια πρίν

Η μεγαλοπρεπής, δημοσίαι δαπάνηι, κηδεία είχε πιά τελειώσει… αν καί, από την πλευρά των νεκρών, η τελετή -μεγαλοπρέπεια, ξεμεγαλοπρέπεια- δεν έχει, βέβαια, καμμιά σημασία. Ποτέ.

Πάντως, όλος ο κόσμος σχολίαζε επί μέρες το πώς πέρασαν στον άλλο κόσμο οι τρείς λαμπροί επιστήμονες· το πώς γεννήθηκαν καί μεγάλωσαν μαζί, το πώς σπούδασαν μαζί… τ’ είμαστε, οι άνθρωποι; ένα τίποτα! τ’ είναι η μοίρα; τί παιχνίδια παίζει;… Μά -λέγανε οι πιό ποιητικοί ομιλητές-, κοίτα κάτι πράγματα!… Όση φωτιά δεν πήραν στη γέννησή τους (είχαν γεννηθεί κι οι τρείς τους κάτω απ’ την ίδια έκλειψη Ηλίου), να τους τυλίξει στον θάνατο;

Πυρήνας, όμως, της κουβέντας -κι όταν το μυαλό απωθούσε πιά στα βάθη το βέβαιο κοινό ανθρώπινο τέλος- ήταν η τρομερή, απολύτως επιβλητική προσωπικότητα καί των τριών εκλιπόντων· ποτέ καί πουθενά δεν είχε βρεθεί άνθρωπος, που να μπορεί να τους πεί όχι. Όπως καί στα επιστημονικά επιτεύγματά τους ξόδευαν λόγια οι τεθλιμμένοι· καί στο πώς χάθηκε μιά μεγάλη ελπίδα γιά το μέλλον της χώρας.

Όντως, δύσκολα θ’ αναπληρωνόταν -στην επιστήμη- το κενό που άφησαν… Αν κι αυτό που ένοιωθε όποιος βρισκόταν δίπλα τους, αυτή η αίσθηση ότι είχαν έναν μαγικό τρόπο να μεταβάλουν τους πάντες σε υποταγμένους δούλους τους, ξύνιζε πολύ. Μόνο που στην παρούσα φάση του πανεθνικού πένθους περίσσευαν τα εγκώμια, κι όχι ο ψόγος.

Αλλά, πάνω στον σκούρο καμβά της γενικής κατήφειας, ζωγραφιζόντουσαν -σ’ έντονη χρωματική αντίθεση- τρία χαμόγελα.

Κάπου μακριά. Πολύ μακριά.

iii. Ποσείδια, καμιά δεκαριά χρόνια πρίν

Τα πράγματα στη χώρα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Όλο νέοι νόμοι έβγαιναν, ο ένας χειρότερος απ’ τον άλλον – σε απαγορεύσεις. Καί δεν μπορούσαν ν’ αναζητηθούν πουθενά ευθύνες! Ο ένας άρχοντας έφευγε, ερχόταν ο επόμενος· χειρότερος του προηγούμενου! Ποιός -ή, τί- ήταν το αίτιο γιά τον κατήφορο αυτόν της πάλαι ποτέ ευνομούμενης χώρας, κανείς δεν ήξερε. Κανείς δεν υποψιαζόταν. Αν κι όλοι καταλάβαιναν πως η πηγή του κακού ήταν η ίδια.

Ο σεβάσμιος επιστήμονας πότισε τα κακτάκια στο περβάζι του γραφείου του -όπως καθημερινά-, χαμογελώντας τους γλυκά. Ήταν, βλέπεις, παιδιά του… κατά κάποιο τρόπο. Φυτικός βιολόγος ο καθηγητής μας, έπαιζε με το γονιδίωμα γιά να φτιάξει πιό ανθεκτικές καί -γιατί όχι; – πιό όμορφες ποικιλίες. Συνειδητά αποτραβηγμένος απ’ τη συνάφεια των πολλών, κάτι σαν κοσμοκαλόγερος, μόνη του χαρά αποτελούσαν τα φυτά του καί τα λουλούδια του.

Είχε οικογένεια; δεν είχε; είχε κάποτε; κανείς δεν ήξερε· ο ίδιος δεν ξανοιγόταν γιά τα προσωπικά του. Το μόνο βέβαιο, όμως, ότι δεν ανακατευόταν με τις πανεπιστημιακές κλίκες· αλλά κι αυτές τον αφήναν ήσυχο, λόγωι σεβασμού – καί τηρώντας μιά άτυπη αμοιβαία απόσταση από τα νοητά σύνορα ανάμεσό τους, όπως την τηρούσε κι αυτός.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει το πότισμα, όταν χτύπησε η πόρτα. Ήταν δυό άγνωστοι άντρες, μ’ ενδυμασία χωρικού.

Μετά τις συστάσεις, οι δυό επισκέπτες του αφηγήθηκαν πως στο χωράφι τους είχαν βρεί ένα τέρας. Ψόφιο. Τέρας; Ναί!… Που ήταν κι έμοιαζε έτσι κι έτσι κι έτσι. Τον βεβαίωσαν κατ’ επανάληψη πως ήταν ειλικρινείς, δεν λέγαν ψέμματα.

Καί γιατί ήρθαν σ’ αυτόν, αφού ήταν αναρμόδιος; Γιατί δεν πήγαιναν στους συναδέλφους του της ζωϊκής Βιολογίας; “- Αφού έχουμε ακούσει πολύ καλά λόγια γιά σας, καί δεν έχουμε πουθενά αλλού εμπιστοσύνη!”, του έπλεξαν δειλά καί σεμνά το εγκώμιο οι δυό άντρες.

Ο καθηγητής κούνησε το κεφάλι του σκεπτικός. “- Το αναφέρατε στις Αρχές;” “- Όχι!”, είπε ο ένας τους σχεδόν τρομαγμένος. “Απλά το κρύψαμε κάπου, ελπίζοντας ότι θα καταδεχθήτε να έρθετε να το δείτε. Μετά, είτε έρθετε, είτε όχι, θα το θάψουμε – καί δεν θα μιλήσουμε σε κανέναν άλλον.”

Ο καθηγητής δεν αγαπούσε τα πολλά λόγια. Μιά εκδρομή επί τόπου, επιβεβαίωσε πλήρως τα περί τέρατος.

Τις επόμενες μέρες, οι ίδιοι άντρες ήρθαν ακόμη καναδυό επισκέψεις στο γραφείο του. Αυτή τη φορά οι αναφορές ήταν από φίλους τους, ψαράδες· είχαν πιάσει ψάρια ασυνήθιστα… τέρατα στην εμφάνιση! Όχι πολλά· καναδυό, μέσα σ’ ολόκληρο κοπάδι αλιευμάτων. Αλλά δεν είχαν ποτέ τους ξαναδεί κάτι τέτοιο.

Ο καθηγητής ξαναπήγε γι’ αυτοψία· στο μεταξύ, είχε βρεί την πειστική δικαιολογία γιά τους φιλοπερίεργους στο πανεπιστήμιο: “- Ψώνια, που νομίζουν ότι έχουν πρωτοποριακές ιδέες γιά τη βελτίωση των καλλιεργειών! Το μόνο που έχω να εφεύρω, είναι ο τρόπος να τους διώξω ευγενικά! Πώς εσείς αντιμετωπίζετε δοκησίσοφους συνταξιούχους, που δεν έχουν με τί ν’ ασχοληθούν, καί νομίζουν πως βρήκαν τον τρόπο να τετραγωνίζουν τον κύκλο;”

Είχε, βέβαια, φροντίσει να δασκαλέψει σχετικά τους νέους φίλους του. Ήταν ολοφάνερο πως η υπόθεση αυτή βρωμούσε μπαρούτι, καί δεν έπρεπε να ξεφύγουν κουβέντες. Πουθενά.

iv. Στα δυτικά χωράφια της νήσου Ατλαντίδας, μερικούς μήνες μετά

Ερχόταν πιά από μόνος του, αφού πρώτα φρόντιζε να μην τον παίρνει χαμπάρι κανένας. Τα μέγιστα, βέβαια, βοηθούσε σ’ αυτό η αποστροφή του προς τις παρέες καί τα γλέντια – η αυταπομόνωσή του από την κοινωνία. Η δικαιολογία που είχε βρεί, δεν θα στεκόταν μετά την τρίτη, κάνε την τέταρτη επίσκεψη… αλλά εδώ είχε πετύχει δυό καινούργιους καλούς φίλους, καί την ανθρώπινη ζεστασιά που δεν έβρισκε αλλού. Τώρα δεν είχε μόνο τα κακτάκια του παρέα! Γι’ αυτό άρχισε από μόνος του να πλησιάζει την ύπαιθρο με τους ανθρώπους της.

Όπως κάποτε… Τότε, που, νέος όντας, εκπονούσε τις πρώτες του πανεπιστημιακές εργασίες.

Όταν το σκέφτηκε, χαμογέλασε. Τελικά, ήταν κι οι αναμνήσεις ένας τρόπος, γιά να παρατείνεται η νεότητα! Λίγο παράξενος, τώ όντι, αλλά πάντως τρόπος υπαρκτός. Καί λειτουργών.

Οι φίλοι του οι αγρότες τον κερνούσαν αγνά προϊόντα της υπαίθρου, κι αυτός αφειδώς τους έδινε γεωπονικές συμβουλές. Ώσπου, μιά φορά… θες ότι είχαν γνωριστεί γιά τα καλά πιά, θες η ζεστασιά της κουβέντας… ο ένας τους ξεκίνησε να τα λέει έξω απ’ τα δόντια. Λαϊκός άνθρωπος μπορεί να ήταν, αλλά χαζός δεν ήταν.

Η αιτία του κακού (των τεράτων καί των τερατωδών νόμων) ήταν αυτό, που θα υποψιαζόταν ο καθένας· εκεί πήγαινε η σκέψη! Εκεί κολλούσε, λες κι ήταν μοιραίο κι αναπόφευκτο. Μόνο που -παρά τον μαγνητισμό του συμπεράσματος- το μυαλό δίσταζε να κάνει το επόμενο βήμα. Πώς γίνεται ένας νεκρός να είναι ζωντανός;

Γίνεται καί παραγίνεται, αν δεν είναι νεκρός εξ αρχής.

Του μίλησαν.

Κατάλαβε. Είχε ήδη καταλάβει.

“- Εμείς εδώ με κάτι φίλους σκεφτήκαμε…”

Του πρότειναν.

Δέχτηκε.

Εκείνη τη στιγμή, η Αντίσταση κι ο θρυλικός αρχηγός της μόλις είχαν γεννηθεί.

v. Καί το όνομα αυτού;

Χαάλ!

Ήλιος, ο ανίκητος! Ήλιος, ο ζωοδότης! Ήλιος, σαν την ανθρωπότητα καί το πρέπον μέλλον της· σαν τις ελπίδες. Καί σαν τ’ αγαπημένα του ηλιοτρόπια.

Ένα όνομα, που άρχισε να προφέρεται παντού. Στην αρχή, ψιθυριστά. Μετά, όλο καί πιό δυνατά. Όχι, όμως, τόσο δυνατά, ώστε να τ’ ακούσουν αυτιά ανεπιθύμητα.

Ο Χαάλ οργάνωσε τους ανθρώπους του με τρομερή οξυδέρκεια· ώστε, ακόμη κι αν συλλαμβανόταν κάποιος, να μην έκανε ζημιά σ’ άλλα άτομα, πέρα από καναδυό το πολύ – καί άν. Διότι, ακόμη κι οι κατονομαζόμενοι δεν θα πιανόντουσαν… είχαν διδαχθεί τον τρόπο να μαθαίνουν ανά πάσα στιγμή τί συνέβαινε στον τομέα ευθύνης τους, καί -με την πρώτη στραβή- θά ‘χαν όλον τον καιρό να διαφύγουν. Μέσα στο οικοδόμημα της Αντίστασης, η ροή της πληροφορίας ήταν απόλυτα ελεγχόμενη.

vi. Στη βάρκα, προς το λιμάνι

Ο ψαράς είχε απ’ ώρα τακτοποιήσει τα σύνεργά του καί τα ψαρεμένα στα καλάθια, κι η μόνη του έγνοια ήταν πιά να χειρίζεται το πανί καί το δοιάκι. Το απογευματινό αεράκι ήταν πρίμο, καί τον γλύτωνε απ’ τις πολλές κινήσεις.

Χαμογέλασε πάλι· πράγματι υπήρχαν σοφοί συναγωνιστές του στ’ ανώτερα κλιμάκια. Μά, ναί!… Αν ήταν από φυσικού, οι ξιφίες θα ριχνόντουσαν αμέσως στο κατόπι των ψαριών που έπιασε. Αλλά πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα, πριν συμβεί αυτό! Όσα περίπου πρόβλεπαν οι ορμήνειες απ’ την Αντίσταση. Άρα, όντως κάτι τα τρόμαξε τα ψάρια… κάτι, που πέρασε από κάτω τους· ή δίπλα τους. Ή ανάμεσό τους. Ένα απολύτως υδροδυναμικό, απολύτως υπερταχύ υποβρύχιο, του οποίου τη ρότα υπολόγισε από την κίνηση των ψαριών. Τό ‘ξερε πως ήταν υποβρύχιο, αν καί οι άλλοι δεν του τό ‘χαν πεί καθαρά. Ήταν ευνόητο ότι ο καθένας δεν έπρεπε να ξέρει περισσότερα απ’ το πρέπον. Ακόμη κι απ’ τα μισόλογα, όμως, κατάλαβε.

Το σκάφος είχε βάλει πλώρη γιά τα νησάκια με τα ψαροπούλια· ο ψαράς μας σκέφτηκε πως κάτι έτρεχε εκεί, αλλοιώς πρός τί τόση μυστικότητα; Προφανώς κάποιος (ή κάποιοι) κάτι γυρεύανε στις ερημιές αυτές, που δεν έπρεπε να το προσεγγίσει όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Τί, όμως; Τ’ αυγά απ’ τα ψαροπούλια; Έ, όχι δά!

Γέλασε με τη σκέψη· σταμάτησε να γελάει, όταν σκέφτηκε πως τα ερημονήσια πρέπει να έχουν οικήματα. Κι εφ’ όσον δεν έβλεπε τίποτε πάνω απ’ το έδαφος, αυτά πρέπει να ήταν υπόγεια. Ποιός, όμως, τά ‘φτιαξε; καί πότε; Δεν θα το μάθαινε ο ίδιος, που ήξερε τις θάλασσες αυτές σαν την τσέπη του; Δεν θα τό ‘παιρνε χαμπάρι, μιά που τα οικήματα δεν χτίζονται σε μιά μέρα;

Όμως, είν’ αλήθεια πως, παρά τον κομπασμό του, ποτέ δεν ξανοιγόταν τόσο μακριά στον ωκεανό. Το μακρυνό ψάρεμα απαιτεί παρέα, ποτέ δεν πας μόνος σου. Τί θα γίνει, δηλαδή, αν συμβεί η στραβή; Σαν είσαι μόνος σου, πάς! Τελείωσες! Τα μοναχικά αυτά ψαρέματα τα έκανε μονάχα τώρα τελευταία, κατόπιν εντολής της Αντίστασης.

Έφτασε στο λιμάνι με τη δύση του Ήλιου. Χαμογέλασε ξανά… κάνοντας νοερά τον συσχετισμό του μεγαλοπρεπούς πορτοκαλί δίσκου που κατέβαινε, με το πολεμικό ψευδώνυμο του αρχηγού. Ο Ήλιος τον συντρόφευε όλη τη μέρα, όπως ο Χαάλ έστεκε κάπου ψηλά κι επόπτευε όλη την Αντίσταση! Ο Χαάλ, που ο ψαράς δεν τον γνώριζε, κ’ ίσως να μην τον γνώριζε ποτέ. Μακάρι, όμως, μιά μέρα, όταν όλα θά ‘ταν πάλι όμορφα. Τότε θα τον πλησίαζε, καί θα τού ‘σφιγγε το χέρι. Χωρίς λόγια. Δεν χρειαζόταν.

Παρέδωσε τα ψάρια του σ’ έναν άλλον άντρα, καί στάθηκε να πεί δυό κουβέντες. Ήξερε πως ο άλλος ήταν κι αυτός της Αντίστασης. Άλλως τε, γνωριζόντουσαν από παιδιά. Υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ τους.

“- Υποβρύχιο, έ;”

Ο άλλος χαμογέλασε καί δεν είπε τίποτε.

“- Λέω μιά μέρα ν’ ανέβω επάνω στα νησάκια, να δώ τί σκαρώσανε.”

Ο άλλος πάγωσε.

“- Ούτε να το ξανασκεφτείς! Κινδυνεύει η ζωή σου!”, είπε σφυριχτά. “Δε μου λες;!”, συμπλήρωσε. “Πόσο κοντά πλησιάζεις;”

“- Από ‘κεί που καλάρω, έ; Χμμμ… Το πολύ σε μιά ώρα, πατάω πόδι στα νησιά.”

Ο συνομιλητής του παλάβωσε. Έσκυψε στ’ αυτί του ψαρά. “- Μην ξαναπλησιάσεις τόσο κοντά! Εντολή της Αντίστασης! Δε μου λες, πόσες φορές πλησίασες τόσο;”

“- Δύο, τρείς…”, ανασήκωσε τους ώμους του.

“- Ο μόνος λόγος που ακόμη δεν σε κλάψαμε μέσα σε φέρετρο, είναι ότι δεν σε είδαν. Βγαίνουν στο νησί από την άλλη πλευρά, την ανατολική. Γι’ αυτό δεν σε είδαν καί δεν τους είδες.”, του γύρισε με μόλις συγκρατούμενα νεύρα.

“- Μά, δεν πρέπει να μάθουμε τί κάνουν εκεί;”

Ο άλλος έμεινε γιά κάποιες στιγμές σιωπηλός. Τού ‘ριξε ένα βλέμμα θυμωμένης έκπληξης, λες καί μιλούσε σε ζωντόβολο καί πήγαιναν τα λόγια του στράφι.

“- Δεν είναι δική σου δουλειά!”, είπε αυστηρά στο τέλος. “Καί μήν επανέλθεις στο θέμα.”

Ο συνομιλητής του έκανε να φύγει, αλλά κοντοστάθηκε. Η ψυχρότητα δεν ήταν ο καλύτερος αποχαιρετισμός μεταξύ παλιόφιλων.

“- Πρέπει, όμως, να σ’ επαινέσω. Άριστη δουλειά!”, του χαμογέλασε καί τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. “Καί, πού ‘σαι; ένας καλός μαχητής δεν φτιάχνεται από τη μιά μέρα στην άλλη!”, τού ‘κλεισε το μάτι. “Μή χαραμίζεσαι σε απερισκεψίες! Δεν θέλουμε να σε χάσουμε!”

Ο Χαάλ, οργανώνοντας την Αντίσταση, είχε ανακαλύψει πως οι ψαράδες ήσαν οι ιδανικοί άνθρωποί του. Μπορούσαν να μετακινηθούν με τις βάρκες τους, να πάνε παντού όπου πλεύση… καί να δραπετεύσουν, αν χρειαζόταν. Ή, να βοηθήσουν άλλους να δραπετεύσουν. Οι περισσότεροι είχαν οξύτατη όραση, ώστε να κατασκοπεύουν απαρατήρητοι. Η δέ δουλειά τους ήταν το ιδανικό προκάλυμμα γιά την κατασκοπευτική δραστηριότητά τους – που εντοπιζόταν κυρίως στα ερημονήσια, όπως ανακάλυψε η Αντίσταση από νωρίς.

Το μόνο παραπανίσιο που έπρεπε να κάνουν, ήταν να λένε ψέμματα γιά το πού πάνε. Αλλά κι αυτό καλυπτόταν! Ο Χαάλ ήξερε άριστα πως τα είδη των ψαριών δεν βρίσκονται όλα παντού· υπάρχουν περάσματα, βοσκοτόπια… Άρα, το ψέμμα του προορισμού κάθε ψαρά έπρεπε να έχει υποστήριξη. Έτσι, όποιος έλεγε πως γιά παράδειγμα θα πάει να ψαρέψει ξιφίες, αλλά ποτέ δεν πάταγε στα περάσματά τους εκείνη τη μέρα, το βράδυ κυκλοφορούσε με ξιφίες στα κοφίνια, ώστε να μην ξεκινήσει περίεργες ερωτήσεις στα διάφορα στόματα.

Δεν εφοδιαζόταν από κάποιο θαύμα εξ ουρανού, βέβαια.

Άσε που ο διάολος έχει πολλά ποδάρια· οι τρείς δήθεν μακαρίτες είχαν κάνει διατριβή στα ψάρια των νοτίων θαλασσών. Όσο κι αν απ’ τα επιστημονικά νιάτα τους δεν είχαν ξανασχοληθεί με ψάρια, αυτό με τη διατριβή τό ‘ξερε ο Χαάλ, κι είχε λάβει τα μέτρα του.

Tυφών, το ένα απ’ τα δίδυμα παιδιά του μιάσματος, που καλείται προδοσία. Το άλλο είν’ ο θάνατος.

vii. Μερικά χρόνια μετά – Τυφών

“- Θέ μου, καλύτερα σκότωσέ με, παρά αυτό!”

Καλύτερα να πέθαινε σε πραγματικό τυφώνα, σκεφτόταν ο ψαράς, όσο βάδιζε μέσα στο πλήθος. Ασήμαντος ανάμεσα σε ασήμαντους (βλέπεις, οι σπουδαίοι βρισκόντουσαν αλλού – καί ρυθμίζαν τις ζωές των ασημάντων), ψυχικά παγωμένος ανάμεσα σε παγωμένους στην ψυχή, πληγωμένος ανάμεσα σε πληγωμένους· έτσι, τουλάχιστον, ήθελε να πιστεύει πως είναι κι οι άλλοι, που συμπερπατούσαν.

Η δημόσια εκτέλεση του Χαάλ θα ελάμβανε χώραν στην κεντρική πλατεία της Ποσείδιας, καί το πλήθος είχε διαταγή από τους άρχοντες (ορατούς κι αόρατους) να παραστεί. Οι εντολές ήσαν σαφέστατες: όποιος πήγαινε να την κοπανήσει, ή να κλειστεί σπίτι του κάνοντας τον άρρωστο, θα έκανε παρέα του αρχηγού της Αντίστασης. Μόνον οι πολύ μακρινοί κάτοικοι της χώρας εξαιρούνταν, όμως ο ψαράς έτυχε να βρίσκεται στην πρωτεύουσα εκείνες τις μέρες… κι έμαθε προς τα πού έπρεπε να πορευτεί, δεχόμενος μερικές καθόλου φιλικές ξυλιές στην πλάτη από τους φρουρούς, που είχαν πλημμυρίσει όλους τους δρόμους καί σαλαγούσαν τον παραδομένο στη μοίρα του λαουτζίκο.

“- Νά που επιτέλους θα τον γνωρίσω!…”, σκέφτηκε μ’ ένα πικρό χαμόγελο.

Ο Χαάλ είχε προδοθεί από άτομο πολύ κοντά σ’ αυτόν· έναν γιατρό. Πολύ καλόν στη δουλειά του μέν, που όμως έψαχνε την απόλυτη νοητική πρωτοκαθεδρία ανάμεσα στους επιστήμονες… αλλά ήξερε, είχε συνειδητοποιήσει πως δεν είχε τα προσόντα γιά κάτι τέτοιο. Πάντα θά ‘μενε στη δεύτερη σειρά. Κι η δεύτερη σειρά ειδικά πίσω απ’ τον Χαάλ, ενοχλούσε πολύ. Τον πονούσε πολύ – καί δεν είχε γιατρειά αυτός της ψυχής ο πόνος. Δεν μίλαγε ο γιατρός, το κατάπινε, μέχρις ότου…

Έναν τέτοιον συμπλεγματικό εγωϊσμό ήταν πολύ εύκολο να τον εντοπίσουν καί να τον εκμεταλλευτούν οι πονηροί. Μόνο που το αντίτιμο της βδελυρής προδοσίας δεν ήταν το χρήμα. Ολάκαιρος Ήλιος, δεν προδίδεται γιά σκουπίδια! Προδόθηκε γιά κάτι, πολύ παραπάνω απ’ το χρήμα.

Προδόθηκε, επειδή του προδότη του υποσχέθηκαν το μυστικό της αθανασίας!

Αυτά δεν τά ‘ξερε ο πολύς κόσμος, όμως ο ψαράς ήταν άριστα πληροφορημένος από τον παιδικό του φίλο, που του είχε παραδώσει τα ψάρια εκείνο το απόγευμα. Στη σκέψη, ξεστόμισε μιά βρισιά. “- Προδότης καί να ζή αιώνια!… Έ, δεν γίνεται αυτό! Δεν πρέπει να γίνει!”, μονολόγησε, καί κούνησε το κεφάλι του θυμωμένος.

Ωστόσο, επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού, το συνωμοτικό σύστημα του Χαάλ λειτούργησε άψογα. Οι λίγοι άμεσα εμπλεκόμενοι (που τους κατονόμασε ο προδότης) την κοπάνησαν εγκαίρως, αλλά από την υπόλοιπη οργάνωση δεν ενοχλήθηκε κανείς στο παραμικρό… γιά τον απλούστατο λόγο, ότι ακόμη κι ο αρχηγός της Αντίστασης δεν τους γνώριζε. Έτσι, ο ψαράς δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο τώρα, που βρέθηκε να τριγυρνάει μέσα στο στόμα της κόμπρας.

Στην πλατεία είχε στηθεί μιά υπερυψωμένη εξέδρα… όμως με απάνω της μιά περίεργη χοντρή κατασκευή, σαν ξύλινο κεφαλαίο Π. Ξύλινο; έτσι έδειχνε από μακριά. Τί στην ευχή;! Θα τον κρεμούσαν; Όμως, σχοινί κρεμάλας δεν φαινόταν.

Ο ψαράς -ωθών κι ωθούμενος- πήρε μιά θέση μέσα στο πλήθος, καμιά τριανταριά μέτρα μακριά απ’ την εξέδρα.

Η προσεκτική παρατήρηση έδειξε ότι κάθε σκέλος του Π είχε πάχος περίπου όσο το πλάτος ανθρώπου, ίσως λίγο παραπάνω. Το χρώμα όντως θύμιζε ξύλο περασμένο με σκούρο βερνίκι, αλλά ακόμη κι η άριστη όραση του ψαρά δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει αν επρόκειτο πράγματι γιά ξύλινη κατασκευή. Απλώς, το χρώμα ήταν αυτό που ήταν.

Γύρω-τριγύρω είχε κόσμο, καί -δεξιά όπως έβλεπε- κάγκελα· καί μιά στρατιά φρουρών… αυτών των οπλισμένων μπάσταρδων με τα μαύρα, που τον είχαν φιλοδωρήσει σφαλιάρες πιό πρίν. Όχι πως δεν είχε παντού φρουρούς, αλλά μπροστά καί πίσω απ’ τα κάγκελα είχαν μαζευτεί πολλοί από δαύτους. Προφανώς φύλαγαν μιά στεγασμένη κερκίδα που είχε στηθεί γιά την περίσταση, στο ψηλότερο σημείο της οποίας είχε τοποθετηθεί ένας θρόνος, διακοσμημένος με κομμάτια χρυσού.

Στην κερκίδα είδε συνωστισμένες πολλές παλιόφατσες. Μά, ναί!… η -κακήι τήι τύχηι- κυβέρνηση της χώρας! Ο θρόνος, όμως, παρέμενε άδειος.

Καί γιγαντοθόνες είχε τριγύρω. Πολλές. Παντού. Καί μεγάφωνα.

viii. Θάνατος

Όταν πιά ο κόσμος παστώθηκε καί δεν έπεφτε χάμω ούτε μήλο, όταν κανείς δεν μπορούσε να μετακινηθεί έστω καί μισό βήμα, επάνω στην εξέδρα παρατηρήθηκε πηγαινέλα φρουρών. Το πλήθος σιώπησε· η βαρειά αναμονή σκότωνε – αλλά την άντεχαν, κάνοντας σιωπή.

Κάποιοι φρουροί ανέβασαν με τη βία απάνω στην εξέδρα ένα καταματωμένο ανθρώπινο ερείπειο με σχισμένα ρούχα. Ένας άντρας κάπου στα εξήντα του… μά, κι αν ήταν μικρότερος, δεν του φαινόταν. Δεν θα του φαινόταν πιά. Τα μαλλιά του καί τα γένεια του ήταν κάτασπρα, όπως κι οι κόρες των ματιών του. Ο άντρας ισορρόπησε κάπως στην όρθια στάση, ακριβώς στο κέντρο του Π καί κάτω απ’ αυτό, μήν επιτρέποντας να φανεί η προσπάθεια που κατέβαλε. Ατάραχος καί γαλήνιος, παρά την κατάστασή του. Δεν μίλησε, δεν είπε τίποτε, δεν έβγαλε άχνα.

Στήλωσε το βλέμμα του στο άπειρο, μα ήταν φανερό πως δέν έβλεπε. Ήταν τυφλός! Είχε τυφλωθεί απ’ τα βασανιστήρια. Δεν έβλεπε ούτε το φώς του λαμπρού Ήλιου στον ουρανό. Μπορεί μονάχα να αισθανόταν τη θερμότητα.

Όλος ο κόσμος τον κοίταζε μ’ έντονη προσδοκία, περιμένοντας άγνωστο τί. Περιμένοντας απ’ αυτόν, ή απ’ τους φρουρούς; Κανείς δεν ήξερε, όλων οι σκέψεις είχαν νεκρωθεί. Επρόκειτο, ίσως, γιά την μοναδική θεατρική σκηνή, όπου ο πρωταγωνιστής δεν προβλεπόταν καθόλου να πεί, ή να κάνει κάτι.

Ώσπου ακούστηκε μιά σιχαμένη ειρωνική φωνή απ’ τα μεγάφωνα.

“- Κοιτάξτε τον καλά!”

Επειδή όλα τα μεγάφωνα ακούστηκαν ταυτόχρονα, χρειάστηκε λίγο ψάξιμο να εντοπιστεί ο ομιλών. Τελικά, τον είδαν καθισμένον στον θρόνο, τέρμα ψηλά στην κερκίδα. Όπου, προφανώς, είχε πάει ενόσω όλοι πρόσεχαν τον Χαάλ πάνω στη θανατική εξέδρα. Ήταν ένας άντρας ντυμένος με ολόσωμο χρυσό χιτώνα, που το πρόσωπό του το κάλυπτε μιά μάσκα σε σχήμα ανοιχτής βεντάλιας ή οστράκου, με δυό τρύπες γιά τα μάτια.

Ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει καί να βρίζει, ενώ εκτοξεύτηκαν αρκετές φτυσιές. Μόνο που το συγκεντρωμένο πλήθος δεν πρόσφερε καμμία κάλυψη, διότι οι φρουροί παρατηρούσαν προσεκτικά τους πάντες καί τα πάντα. Όρμησαν καί τσάκισαν στο ξύλο όσους διέκριναν να βρίζουν.

Καί τότε, σκοτείνιασαν όλα.

Η ολική έκλειψη Ηλίου πάνω απ’ τα κεφάλια τους ήταν κάτι, που δεν το είχαν λάβει υπόψη τους οι περισσότεροι. Ναί, την πρόβλεπαν τα ημερολόγια, αλλά το θέμα ξεχάστηκε εντελώς μπροστά στην προγραμματισμένη εκτέλεση ενός θρύλου.

Γιά εφτά λεπτά της ώρας, όλος ο κόσμος ξανασταμάτησε να κινείται καί να μιλάει, ακόμη κι οι φρουροί. Περίμεναν όλοι να διαβεί η Σελήνη, ώστε να επανέλθει η αστρονομική κανονικότητα – που κάθε άνθρωπος αισθάνεται οικεία μαζί της. Ακόμη κι η χρυσή μάσκα δεν μίλησε καί δεν κινήθηκε γρύ, αν κι ο ψαράς ήταν σίγουρος πως αυτός ο κουκουλωμένος παλιάνθρωπος όλη αυτή την ώρα χαμογελούσε ειρωνικά με τ’ ανθρωπάκια της πλατείας.

Την έκλειψη την είχαν ξεχάσει σχεδόν όλοι, εκτός από ελάχιστους, που τη θυμήθηκαν – καί τη συμπεριέλαβαν στη σκηνοθεσία με πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Μά, ναί! Ο συμβολισμός ήταν σαφέστατος, άμα τον σκεφτόσουν λιγάκι! Ποιός κάνει κουμάντο; αυτός που γεννήθηκε κάτω από έκλειψη Ηλίου! Που, άμα λάχει, έχει τη δύναμη να βάλει το σκοτάδι να καταπιεί το Φώς… του Ήλιου-Χαάλ.

Όταν ξαναφώτισε ο Ήλιος βασιλιάς, η χρυσή μάσκα έστριψε ελαφρά προς το πλήθος. Χωρίς εντολή, χωρίς φανερή κίνηση από κανέναν, από το πάτωμα της εξέδρας υψώθηκε γρήγορα ένας γυάλινος κύλινδρος, που περιέκλεισε μέσα του τον Χαάλ. Κάπως, όπως βιτρινιάζουν τα εργαστήρια τις σπάνιες πεταλούδες. Ο κύλινδρος έφτασε μέχρι το ταβάνι της κατασκευής καί σταμάτησε.

Η πρώτη σκέψη του ψαρά -αλλά καί πολλών άλλων- ήταν πως θα τον αφήσουν ν’ αργοπεθάνει από ασφυξία… μόνο που δεν υπολόγισαν σωστά πόση κακία καί πόσο σαδισμό μπορεί να κρύβει ένας άτριχος ορθίως βαδίζων πίθηκος. Ξαφνικά, από την οροφή της κατασκευής χύθηκε μέσα στον σωλήνα ένας καταρράκτης βασιλικού νερού. Το τρομερό οξύ κατέφαγε καί διέλυσε το σώμα του Χαάλ σε δευτερόλεπτα.

Καί νά ‘ταν μόνον αυτό… Δεύτερο άγριο σόκ ακολούθησε στα μούτρα του κόσμου. Όταν πιά στον κύλινδρο υπήρχε μονάχα ένα θολό υγρό, ο κύλινδρος απότομα ξανακατέβηκε καί το οξύ χύθηκε έξω, κατατρώγοντας τα πλακάκια εκεί κοντά καί πλησιάζοντας επικίνδυνα τα παπούτσια των θεατών της μπροστά σειράς. Όλοι έκαναν να οπισθοχωρήσουν, αλλά οι φρουροί ανέλαβαν δράση. Μ’ αγριοφωνάρες καί σπρωξιές τους κράτησαν στη θέση τους.

“- Πάρτε μαζί σας τον αρχηγό σας!”, ακούστηκε απ’ τα μεγάφωνα η σιχαμένη ειρωνική φωνή της χρυσής μάσκας.

Κάποιοι θερμόαιμοι είπαν να τα παίξουν όλα γιά όλα στα ζάρια καί ν’ ανεβούν στην κερκίδα, αλλά κάποιοι άλλοι τους συγκράτησαν. “- Τζάμπα κόπος, παιδιά! Είναι ολόγραμμα!”, ακούστηκε από κάμποσα στόματα.

“- Στο εξής,”, συνέχισε η κολασμένη φωνή, “όποιος νομίσει ότι μπορεί να τα βάλει με την κυβέρνηση, αυτήν ακριβώς την τύχη θα έχει!”

Η χρυσή φιγούρα στο ολόγραμμα περίμενε μερικά δευτερόλεπτα ακίνητη, καί μετά έσβησε σε κλάσμα δευτερολέπτου. Το πλήθος δεν είπε τίποτε, αλλά -σαν υπακούοντας σε μυστικό κέλευσμα της κρυμμένης φιγούρας με την τρομερή προσωπικότητα- άρχισε να διαλύεται υπό το παγερό βλέμμα των φρουρών. Μόνον ο ψαράς έμεινε ακίνητος, σαν υπνωτισμένος απ’ όσα βίωσε.

“- Χαάλ!”, ψιθύρισε, ενώι έκανε τρομερή προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά του. “Χαάλ!”, ξανάπε πιό σιγανά, δακρυσμένος πιά – καί χωρίς να κάνει προσπάθεια να το κρύβει. “Χαάλ,”, ξαναμουρμούρισε, “σου ορκίζομαι ότι…”, αλλά δεν ήξερε πιά τί να προσθέσει. Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια!

Ένας άγνωστος διπλανός του, χωρίς να του πεί τίποτε, του έριξε ένα βλέμμα ενοχλημένης περιέργειας, όχι ξέχωρης από κάποια αυστηρότητα. Όμως, όποιος κι αν ήταν αυτός ο διπλανός, ό,τι κι αν ήταν αυτός…

…Είτε συμμαχητής της Αντίστασης, είτε ασφαλίτης, είτε απ’ αυτά τα σιχαμερά σκουλήκια, που σε κάθε εποχή αυτοαποκαλούνται “φιλήσυχοι πολίτες”,…

…ο διπλανός του είχε ένα δίκιο: ξημέρωναν μέρες άσχημες, όπου δεν μπορούσες πιά να εμπιστευτείς κανέναν. Ούτε κάν τον εαυτό σου.

Ούτε τον εαυτό σου.

ΤΕΛΟΣ

Παραλειπόμενα

Αυτή η αφηγηματική συνέχεια έρχεται αμέσως πρίν την ιστορία του βιολόγου της Γαλάζιας Αδελφότητας. (Ο οποίος είναι η επόμενη ενσάρκωση του ψαρά, που ζητούσε εκδίκηση.)

Καί οι τρείς της αντιαγίας κακοτριάδας των δικτατόρων της Ατλαντίδας (Προμηθέας, Οντουάρπα, Μελχισεδέκ) όντως γεννήθηκαν κάτω από την ίδια έκλειψη Ηλίου, με διαφορά δευτερολέπτων. Αστρολογικώς, αυτό συνεπάγεται στο ωροσκόπιό τους πλήρη σύμπτωση καί ταύτιση Ήλιου καί Σελήνης, δηλαδή συνειδητού καί ασυνείδητου. Όθεν, η δύναμη να κάνουν τους άλλους σκυλάκια τους καί δουλάκια τους, συν η τρομερή τους εξυπνάδα.

Επίσης, (είναι φανερό κι απ’ το κείμενο πως) σκηνοθέτησαν τον θάνατό τους, γιά να δράσουν μετέπειτα καλυμμένοι από την αφάνεια.

Τα νεκρά τέρατα στην ύπαιθρο… Δεν είναι καθόλου μύθος. Έχουμε πολλά καί στη σημερινή ειδησεογραφία. Διότι οι “κύριοι” επιστήμονές μας (ειδικά οι ζωϊκοί βιολόγοι) ακολουθούν κατά πόδας τους πνευματικούς προγόνους τους της Ατλαντίδας. (Άσε που μπορεί να έχουν κι απόκρυφη βιβλιογραφία, που τους εξιστορεί τα τότε καμώματα. Ο γράφων, αντιθέτως, ουδόλως συμμετέχει σε τέτοιες σκατοκλίκες. Όσα γνωρίζει, τα γνωρίζει επειδή αναμιμνήσκεται.)

Χαάλ σημαίνει Ήλιος. Χαέλιος, Χέλιος, Ήλιος. Είναι η τότε μορφή της λέξης, διότι τότε η Ελληνική ήταν γλώσσα χωρίς καταλήξεις. Αν αναρωτιέστε αν μιλούσαν (μιάς μορφής) Ελληνικά στην Ατλαντίδα, η απάντηση είναι ένα σαφέστατο “- Ναί!”. Καί δή, την ίδια μορφή Ελληνικής μιλούσαμε κι εδώ. Αλλοιώς, ο Δευκαλίων (που τον στείλανε οι δικοί του σε μας, γιά ν’ αποφευχθεί το κοινωνικό σκάνδαλο, μιά που παντρεύτηκε αδερφοξαδέρφη του) θα χρειαζόταν διερμηνέα.

Γενικά, οι Άτλαντες ήταν κι αυτοί μέρος της Ελληνικής φυλής, κι ο μεταξύ μας πόλεμος ένας ακόμη εμφύλιος. Μήν απορείτε καθόλου!

Τώρα, όσον αφορά τα πώς καί τα γιατί της Ελληνικής γλώσσας, ή το ποιός ξεκίνησε τέτοιον εμφύλιο καί γιατί… σαφώς έχω κάνει έρευνα, σαφώς δεν μιλάω στον βρόντο (αλλά βάσει στέρεων πορισμάτων), όμως στα σίγουρα ξέρω πως η δική μου έρευνα επί του θέματος θα συνεχίζεται γιά πολύν καιρό ακόμη. (Των υπολοίπων -των διαφόρων καθηγητάδων των διαφόρων Οξφορδών, εννοώ-, δεν έχει κάν ξεκινήσει! Κι αν ακόμη έχει ξεκινήσει, παραμένει μυστικοπαθής καί μυστική.)

Ο Χαάλ, ως φυτικός βιολόγος, μας άφησε -ακόμη κι εμάς, σήμερα- αρκετά “δώρα”. Αμφιβάλλετε; κακώς! Διότι η λεγόμενη “Μεσογειακή διατροφή” δεν είναι καθόλου Μεσογειακή! Η ντομάτα (της οποίας τα φύλλα είναι δηλητηριώδη) κατάγεται από το Μεξικό. Νομίζω καί η πιπεριά. (Όχι της Ινδίας με το μαύρο πιπέρι.) Επίσης το καλαμπόκι, ένα φυτό που παράγει κόλλες, αλλά ταυτόχρονα καί προϊόντα αποκολλήσεως, το βρήκαν δέ εύκολο παιχνίδι (να επεμβαίνουν στο γονιδίωμά του) οι διάφορες εταιρείες τύπου Μονσάντο. Τέλος -κι ενδεικτικά- το ηλιοτρόπιο, από τη Βόρεια Αμερική.

Επιμένετε ακόμη στο “Μεσογειακή”; Εγώ, καθόλου. Όλ’ αυτά τα φυτά προέρχονται αναμφιβόλως από ένα συγκεκριμένο κέντρο… καί, κατά τη γνωμάρα μου, μήν ψάχνετε: είναι προϊόντα των ερευνών του Χαάλ.

Η στεγανή δόμηση της ιεραρχίας της Αντίστασης από τον Χαάλ έχει αντιγραφεί από αρκετούς. (Ενδεχομένως αυτοί να είχαν κρυφή βιβλιογραφία, καί βρήκαν έτοιμες τις συνταγές.) Από τις Τριάδες των Κινέζων, επιτυχώς. Από το δικό μας το ΚΚΕ επί χούντας, ανεπιτυχώς. (Διότι τα υψηλά στελέχη του πάντα είχαν στη διάθεσή τους τους καταλόγους με όλα τα μέλη, πράγμα που ο Χαάλ δεν έκανε.) Καί ενδεχομένως από τη μασωνία κομμουνιστών καί αναρχικών, το ΟΤΟ. Όπου, γνωστά στους παραέξω είναι μονάχα μερικά υψηλόβαθμα μέλη (αρχηγός, γραμματέας, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, κτλ), καί κανείς μα κανείς δεν γνωρίζει τους παρακάτω στην ιεραρχία. (Θεωρητικώς, τουλάχιστον.)

Υποβρύχια, ενδεχομένως υπερηχητικά, ναί, υπήρχαν τότε. Όπως καί τηλεοράσεις, καί μεγάφωνα, καί διάφορα άλλα που έχουμε κι εμείς. Σήμερα επιστημονικώς είμαστε καμιά πενηνταριά χρόνια πίσω απ’ την Ατλαντίδα στην ακμή της, καί την πλησιάζουμε τρέχοντας… αλλά καλύτερα να μήν την φτάσουμε ποτέ!

Ερημονήσια με μυστικές εγκαταστάσεις; Έ, μά ναί!!! Δεν πρωτοτυπώ καθόλου. Τά ξέρουν κι άλλοι αυτά, μεταξύ των οποίων καί το Φράγκικο Ιερατείο (βλέπε: “Η μυστηριώδης νήσος”), γιά τη γούνα του οποίου έχω αρκετά ράμματα. (Άλλη φορά αυτά.)

Σ’ αυτά τα ερημονήσια κατέφυγε ο Προμηθέας μετά τον καταποντισμό της Ατλαντίδας, ώσπου να ησυχάσουν τα πράγματα. Σ’ ένα από δαύτα (έρημο σήμερα, κατοικία γιά θαλασσοπούλια καί προστατευόμενο από τη συνθήκη Ράμσαρ με απαγόρευση εγκαταστάσεως ανθρώπων – μόνο που δεν θυμάμαι όνομα αυτή τη στιγμή) έζησε μετά από χιλιετίες η Καλυψώ· η οποία έγινε αθάνατη, όταν ανακάλυψε το εργαστήριο με τις συνταγές του Προμηθέα.

Αν αναρωτιέστε ακόμη γιατί λύσσαξαν οι άγγλοι γιά τα Φώκλαντς… Μή σπαταλάτε φαιά ουσία. Σας την έδωσα την εξήγηση. (‘Ντάξ’, δεν είμαι τελείως φευγάτος. Υπάρχει καί η εξήγηση πρώτου επιπέδου, η οικονομίστικη παύλα εξουσιαστική. Εδώ. Αλλά ο κρυφός διακαής πόθος των σημερινών κρατούντων είναι καί παραμένουν τα παν-αρχαία υπερμυστικά… Διότι λεφτά τυπώνουν όσα θέλουν – με το φωτοτυπικό.)

Οι πρωταγωνιστές αυτής της φρικτής ιστορίας ξαναζούν. Σήμερα. Στην Ελλάδα. Μαζί μας. Εξακριβωμένο.

Ο Προμηθέας είναι μετανοιωμένος, αλλά παλεύει με τους δαίμονές του. (Δεν τον αφήνουν εύκολα στην ησυχία του οι αναμνήσεις του.) Ωστόσο, δεν ασχολείται με τα τότε καμώματά του. Έχει πάρει συνειδητά άλλον δρόμο.

Ο Μελχισεδέκ ζή …από τότε. Είναι ο μόνος της κακοτριάδας που τη σκαπούλαρε, διότι ο Οντουάρπα -κατά τον Ελληνο-Ατλαντικό πόλεμο- έφαγε ένα αιθερικό όπλο στο κεφάλι καί σχόλασε, ο δε Προμηθέας προτίμησε τον θάνατο την εποχή του Ηρακλή, διότι δεν άντεχε άλλο τις ψυχοπνευματικές απαιτήσεις της αθανασίας.

Ο Μελχισεδέκ, αν έχει επισκεφθεί σήμερα την Ελλάδα, το έχει κάνει μυστικά. (Έχει αρκετή πολιτική επιρροή κι αρκετά χρήματα να επιβάλει σιωπή καί να περνάει ινκόγκνιτο.) Όμως, παραμένει μεγάλο καθήκι, το μέγιστο των τριών, κι άλλο τόσο εκδικητικός (το χουνέρι του 9,600 πΧ δεν το χώνεψε ποτέ), άρα άλλο τόσο επικίνδυνος.

Ο Μελχισεδέκ είναι το πρόσωπο πίσω από τη χρυσή μάσκα.

Ο Χαάλ… έμαθα πολύ πρόσφατα (καί με τρόπο σχεδόν μυθιστορηματικό) ότι βρίσκεται κι αυτός μαζί μας. (Εξ ού καί ο φόρος τιμής, το σημερινό αρθράκι που δεν ήταν τόσο επείγον – καί φυσιολογικά θα γραφόταν σε κάποια άλλη στιγμή.) Προσεύχομαι στον Θεό να μήν πειραχτεί ούτε τρίχα του αυτή τη φορά.

Καί… Πού ξέρεις… Αν χρειαστεί πάλι Αντίσταση;…

Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα συμβούν λάθη.

Ο προδότης γιατρός βρίσκεται κι αυτός μαζί μας πάλι. Θέλω να υποψιάζομαι πως μέσα του σκυλομετάνοιωσε – καί παλεύει κι αυτός γιά το καλύτερο. Αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Τα «δείγματα γραφής» του δεν συνηγορούν.

Όσο γιά τον ψαρά, αυτός έγινε …μπλόγκερ, αν καί συνεχίζει να είναι άλλο τόσο απερίσκεπτος καί στόκος! Lol!!! (Όσοι περάσαμε καμιά πενηνταριά ενσαρκώσεις καί δεν βάλαμε μυαλό, να μαζευόμαστε σ’γά-σ’γά, να φτιάξουμε σύλλογο!) Απλώς γιά την Ιστορία, δεν ξανασχολήθηκα με το ψάρεμα, αδελφοί μου! Το αφήνω σε άλλους· καί το μαγείρεμα των ψαριών καί των θαλασσινών …σ’ άλλες! Ξανα-lol!!! Τώρα, απλώς χλαπακιάζω τα έτοιμα ψάρια (καί θαλασσινά), την συνοδεία οινοπνευματωδών.

Αφού δεν φαίνεται να έκανα πρόοδο στο πνεύμα, έκανα στο οινόπνευμα! 🙂

Τέλος, αν οι καταστάσεις στο αφήγημα (δικτατορία με κρυφούς αρχηγούς, φρουρούς που βαράνε στο ψαχνό, κτλ) σας θυμίζουν εντόνως τίποτε σημερινές αντίστοιχες… Έ… Μήν κοιτάτε εμένα! Δεν φταίω καθόλου!

Όμως, ναί. Επίτηδες προσπάθησα να σας κάνω να νιώσετε την ομοιότητα!

ergdhmerg και katohika.gr

Διαβάστε τη συνέχεια

loading...
loading...
Loading...
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ