Παράξενες Δοξασίες για Σεισμούς στα Βαλκάνια

[18/07/2019 - 13:28]

Παράξενες Δοξασίες για Σεισμούς στα Βαλκάνια

Οι βαλκανικοί λαοί έχουν πολλούς μύθους που σχετίζονται με την προέλευση και την αιτία των σεισμών.

Σύμφωνα με τους Σέρβους, λοιπόν, οι σεισμοί προέρχονταν από τις «Μπελίτσες», οι οποίες ήταν λευκές νεράιδες, που έστηναν τις κούνιες τους και κουνιούνταν πέρα δώθε μέσα στα έγκατα της γης, ενώ είχαν απλώσει τα αόρατα μαντίλια τους για να στεγνώσουν επάνω στα δέντρα, στους θάμνους και στη χλόη.

Αν κανένας απρόσεχτος διαβάτης της νύχτας ή του μεσημεριού τύχαινε να πατήσει κατά λάθος τα μαντίλια αυτά και να τα λερώσει, η κούνια της λευκόθωρης Μπελίτσας κοβόταν, η νεράιδα σωριαζόταν στο χώμα, σειόταν η γη στο πέσιμό της και έτσι, πάθαιναν ζημιές μεγάλες τα σπίτια και τα χωριά!

Για τούτο, όποιος τριγυρνούσε τα μεσημέρια στους αγρούς, φρόντιζε να κρεμάσει στην καλτσοδέτα του ένα μπουκέτο άνθη Ranunculus, αυτά που αποκαλούμε νεραγκούλες ή νεροπούλες, δηλαδή κάτι κίτρινα ζωηρά αγριολούλουδα που συνήθως φυτρώνουν κοντά στα ρέματα και στις πηγές.

Τα κίτρινα αυτά αγριολούλουδα, ως γνήσια παραπαίδια του νερού, μπορούσαν να δουν πού στέγνωναν τα μαντίλια τους οι νεράιδες κι επομένως, εμπόδιζαν τα βήματα του διαβάτη από το να τα τσαλαπατήσει και να τα βρομίσει.

Όμως, θα έπρεπε να δρέψει κανείς τις νεραγκούλες πολύ νωρίς το πρωί, που ήταν ακόμη καθαρά τα μάτια τους, προτού βγει ο ήλιος και τα θαμπώσει με το φως τους.

Επίσης, όταν γινόταν σεισμός στη Μιτρόβιτσα της Σερβίας, όσες νοικοκυρές είχαν την ψυχραιμία, έβγαζαν στην ύπαιθρο ένα καζάνι και μια πυροστιά και έλεγαν:

Με τρία πόδια η πυροστιά
πατάει στη γη πιο στερεά
κι έναν κάζανο βαστά
κι ούτε τρέμει ούτε κουνιέται,
σεισμό, κακό, δε συλλογιέται!

Οι χωρικές έβγαζαν έξω στην αυλή τους πυροστιά, τσιμπίδα και φτυάρι κι όταν ακόμη έπεφτε χαλάζι από τον ουρανό.

Επίσης, στη Βοσνία, όταν γινόταν σεισμός, τα κορίτσια πιάνονταν μέση με μέση, σφίγγονταν δυνατά και χόρευαν έναν περίεργο αργόσυρτο χορό, λέγοντας, σε ελεύθερη μετάφραση, το παρακάτω τραγούδι:

Πέντε αδελφάδες ήμασταν
σφιχτά αγκαλιασμένες
και δρόμο-δρόμο πήγαμε
με του Θεού τη χάρη.

Σκύβει λιγάκι η δεξιά,
οι άλλες τη βαστάνε.
Σκύβει λιγάκι η αριστερή,
οι άλλες την κρατούνε.

Η γης τρέμει και δέρνεται
και η όμορφη κρατιέται.
Σχίζουν, ανοίγουν τα βουνά,
μα η λυγερή δε σειέται.

Αφρίζουν οι νεροσυρμές
κι η κοπελιά βαδίζει,
ωσάν λαμπάδα εκκλησιάς
και στέρεη σαν θρόνος.

Γιατί έχει του Θεού ευχή
κι αγάπη των γονιών της,
που στερεώνουν θεμέλια
και σφίγγουν σαν τις πέτρες.

Μόλις τελείωναν τα κορίτσια ετούτο τον χορό, πήγαιναν να βρουν παλιές βελανιδιές, που θεωρούνταν εκεί τα πιο γερά και βαθυριζωμένα δέντρα και αφιέρωναν πάνω τους έναν μικρό σταυρό ή ένα νόμισμα.

Στη Βουλγαρία, πάλι, πίστευαν ότι στην περιοχή όπου φύτρωνε άφθονο χαμομήλι, σεισμοί δε γίνονταν. Σύμφωνα με μια παλιά βουλγαρική παράδοση, τα χαμομήλια θεωρούνταν τα προβατάκια του Θεού, που τα έβγαζε στα λιβάδια και τα βοσκούσε.

Οι άνθρωποι φρονούσαν πως οι σεισμοί που τάραζαν τη γη, δηλητηρίαζαν το νερό, ανακατεύοντάς το με θειάφι και κατράμι από τα σωθικά της. Για αυτό, συνήθιζαν να λένε την εξής παροιμία, όταν ήθελαν να δηλώσουν ότι ένας τόπος είχε έδαφος πολύ στέρεο:

Τόπος στέρεος σαν χαμομηλότοπος!

Στα βλάχικα χωριά της Μακεδονίας, εάν ένα χαλκωματένιο σκεύος έμενε από απροσεξία έξω τη νύχτα, δεν επιτρεπόταν να το μπάσουν πάλι μέσα, καθώς πίστευαν ότι τα κακά πνεύματα τρύπωναν μέσα τους, με σκοπό να εισβάλουν στο σπίτι και να εξαπολύσουν το κακό, ακόμη και σεισμό.

Στο Βανάτο της Σερβίας, κάθε Πεντηκοστή, οι νιόπαντρες δεν έτρωγαν κρέας, ούτε σκούπιζαν τα σπίτια τους, αλλά ούτε έκοβαν φύλλα. Επίσης, κρεμούσαν άδεια σακιά έξω από τις πόρτες τους, για να αποτρέψουν τη συμφορά των σεισμών από την περιοχή τους.

Μάλιστα, τα σακιά αυτά έπρεπε να μείνουν ανοιχτά στον αέρα τρεις συνεχόμενες νύχτες, ώστε να μπορούν «να χορτάσουν αστέρια». Μα, όταν τύχαινε να έχει πανσέληνο εκείνες τις ημέρες, έπρεπε να κλείσουν τα στόμια των σακιών, μόλις ανέτειλε το φεγγάρι, καθώς έπρεπε τα σακιά «να χορταίνουν αστέρια, αλλά να νηστεύουν τη σελήνη».

Στο Βελιγράδι, τον παλιό καιρό, όταν γινόταν σεισμός, οι γυναίκες στέκονταν κάτω από τις πόρτες των σπιτιών τους, δάγκωναν τα τσεμπέρια τους και ξεκινούσαν να μετρούν από το ένα, μέχρι να τελειώσει η δόνηση. Αν, για παράδειγμα, η δόνηση τερματιζόταν όταν η γυναίκα είχε φτάσει να μετρά μέχρι το δεκατέσσερα, τότε θα έπρεπε να πάρει δεκατέσσερα σπυριά κριθάρι και να τα πετάξει μέσα στο πηγάδι της αυλής, λέγοντας:

Εκεί να μείνεις, να βλαστήσεις,
εκεί να πέσεις και να πιαστείς
και στον επάνω κόσμο
ποτέ να μην εβγείς.
Κι όσο το βλαστάρι σου
ο άνεμος κουνάει,
τόσο να ξεκουνηθεί η γης.

Στη Μιτρόβιτσα φρονούσαν ότι όσοι είχαν πράσινα μάτια και κόκκινα μαλλιά, προκαλούσαν σεισμούς και κεραυνούς. Έτσι, όταν κούρευαν τα μαλλιά τους, φρόντιζαν να μην πέσει ούτε τρίχα καταγής. Τις μάζευαν προσεχτικά και τις πετούσαν στη φωτιά.

Πίστευαν ακόμα πως μια κόκκινη τρίχα από πυρόξανθη γυναίκα, αν έπεφτε στο χώμα και δεν την έβλεπαν, γινόταν μεγάλο φίδι, αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε δεντρογαλιά. Αλλά τα φίδια αυτά δεν είναι, ευτυχώς, δηλητηριώδη.

Στην πόλη Νις της Σερβίας, όταν συνέβαινε σεισμός, ξεκρεμούσαν τις άγιες εικόνες από τον τοίχο των σπιτιών τους και τις τοποθετούσαν προσεχτικά πάνω σ’ ένα τραπέζι ή σ’ έναν κομμό. Έτσι, νόμιζαν πως στερεώνοντας τις χριστιανικές εικόνες, στερέωναν και τα θεμέλια της γης.

Αυτές οι καταπληκτικές δοξασίες για τους σεισμούς παρέμειναν βαθιά ριζωμένες στη συνείδηση των βαλκανικών λαών, επηρεάζοντας τον τρόπο σκέψης τους και την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων της υπαίθρου.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΜΠΟΥΚΕΤΟ», στις 31/05/1928…

Οι καταπληκτικές δοξασίες για τους σεισμούς των βαλκανικών λαών…

strangepress

loading...
loading...
Loading...
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ