Αν.Μεσόγειος: Η επερχόμενη ένοπλη σύγκρουση Ελλάδας και Τουρκίας που το αποτέλεσμά της θα κρίνει το μέλλον των δύο χωρών

[16/10/2019 - 08:03]

Αν.Μεσόγειος: Η επερχόμενη ένοπλη σύγκρουση Ελλάδας και Τουρκίας που το αποτέλεσμά της θα κρίνει το μέλλον των δύο χωρών

Η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται ταχύτατα σε ένα ενεργειακό Ελ Ντοράντο. Τα αποθέματα σε φυσικό αέριο στην κυπριακή ΑΟΖ και στις παρακείμενες του Ισραήλ και της Αιγύπτου έχουν δημιουργήσει ένα νέο σκηνικό στην περιοχή.

Η Τουρκία βλέποντας να χάνει το ενεργειακό παιχνίδι αξιώνει μοιρασιά στα αποθέματα τόσο για το ψευδοκράτος όσο και για την ίδια. Στηριζόμενη στη γνωστή της «διπλωματία» των όπλων δεν δείχνει να υποχωρεί και το επόμενο χρονικό διάστημα κρίνεται ως ιδιαίτερα κρίσιμο υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων.

Οι γεωλογικές μελέτες που είχαν πραγματοποιηθεί όλα αυτά τα χρόνια από διάφορους διεθνούς φορείς έχουν δώσει δώσει ισχυρές ενδείξεις, μέχρι σημείου βεβαιότητας, ότι η θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Κρήτης και της Κύπρου εντός της περιοχής που η Ελλάδα, δικαιωματικά θεωρεί ότι αποτελεί την δυνητική ΑΟΖ της, είναι πλούσια σε ενεργειακούς πόρους.

Όλα αυτά τα χρόνια οι επιστημονικές μετρήσεις έδειχναν ότι η περιοχή του πυθμένα της Αν. Μεσογείου αποτελούσε μία πολλά υποσχόμενα ενεργειακά περιοχή, όπως αναφέρεται στο pronews.gr

Πλησίον της περιοχής αυτής και πιο συγκεκριμένα στα νότια της, βρίσκονται τα πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου της λεκάνης του Νείλου, ενώ στα ανατολικά οι ισραηλινοί κατάφεραν πρόσφατα να ανακαλύψουν δύο τεράστια κοιτάσματα φυσικού αερίου το Tamar και το Leviathan.

Για δέκα χρόνια η Τουρκία παραχωρούσε στην κρατική εταιρεία ΤΡΑΟ τέσσερις περιοχές βόρεια και βορειοδυτικά της Κύπρου αλλά και μια μεγάλη (5η) ερευνητική περιοχή, η οποία επεκτεινόταν από το Καστελόριζο μέχρι νότια της Κρήτης.

Το 80% αυτής της περιοχής βρισκόταν εντός της εν δυνάμει ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.

Στα κοιτάσματα «Λεβιάθαν» στην ΑΟΖ του Ισραήλ, λίγο ανατολικότερα από την κυπριακή ΑΟΖ τα πιθανά ανακτήσιμα αποθέματα φθάνουν τα 450 δις m3 φυσικού αερίου, στο Ταμάρ τα διαπιστωμένα αποθέματα είναι 240 m3, ενώ στο κοίτασμα «Cyprus A» τα πιθανά αποθέματα είναι 300 δις m3.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Ισραηλινών το πρώτο κοίτασμα, μπορεί να αποδώσει 142 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ενώ το βάθος της γεώτρησης είναι 5.000 μέτρα. Το δε βάθος της θάλασσας στην συγκεκριμένη περιοχή φτάνει τα 1.680 μέτρα, ενώ το κοίτασμα βρίσκεται σε απόσταση 50 μιλίων από την πόλη της Χάιφα.

Το δεύτερο ισραηλινό κοίτασμα φυσικού αερίου, το Leviathan, εκτιμάται ότι περιέχει διπλάσια ποσότητα φυσικού αερίου από αυτή που περιέχει το κοίτασμα Tamar.

Αντίστοιχη είναι και η κατάσταση με την θαλάσσια περιοχή που ανήκει στην ΑΟΖ της Κύπρου, όπου υπάρχουν σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου.

Σύμφωνα δε με την μελέτη που δημοσίευσε η αμερικανική υπηρεσία USCG, στη λεκάνη της Λεβαντίνης που μοιράζεται κυρίως μεταξύ Κύπρου, Συρίας και Λιβάνου υπάρχουν 3,66 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, ανακτήσιμου φυσικού αερίου και περίπου 1,7 δισεκατομμύριο βαρέλια, τεχνικά ανακτήσιμου πετρελαίου.

Στο δημοσίευμα επισημαίνεται ότι πρόκειται για στοιχεία ερευνών που έγιναν την περίοδο 2000-2002 και τα οποία επαναξιολογήθηκαν από το 2008 μέχρι και πρόσφατα. Η μελέτη επίσης αναφέρει ότι η ευρύτερη περιοχή των κοιτασμάτων, επεκτείνεται προς το δέλτα της Αιγύπτου από τη μια και της Τουρκίας από την άλλη.

Όμως και εδώ όπως και στην περίπτωση του Αιγαίου, η Τουρκία επιθυμεί την αλλαγή του status quo διότι ενώ με βάση το διεθνές δίκαιο η Ελλάδα δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματα της στην θαλάσσια αυτή περιοχή, η Τουρκία προσπαθεί ξανά με την απειλή της βίας (απολαμβάνοντας σχετική υπεροπλία) να ακυρώσει οποιαδήποτε κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης.

Για τους λόγους αυτούς η Τουρκία στέλνει περιοδικά τα «ερευνητικά» της πλοία στην συγκεκριμένη περιοχή με συνοδεία πολεμικών πλοίων, προσπαθώντας να εκφοβήσουν την ήδη διστακτική ελληνική πολιτική ηγεσία, ώστε η τελευταία να θέσει στο χρονοντούλαπο τις όποιες σκέψεις εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων που κρύβει η περιοχή αυτή.

Το ιστορικό

Ήδη από το 2008 ο έγκυρος διεθνής οίκος I.H.S. (Information Handling Services) ενημέρωσε τις πετρελαϊκές εταιρείες με τη δημοσίευση χάρτη ότι η Τουρκία παραχωρούσε για 10 χρόνια στην κρατική εταιρεία ΤΡΑΟ τέσσερις περιοχές βόρεια και βορειοδυτικά της Κύπρου αλλά και μια μεγάλη ερευνητική περιοχή η οποία εκτεινόταν από το Καστελόριζο μέχρι νότια της Κρήτης.

Τον Ιανουάριο του 2009 και αφού είχε προηγηθεί η ερευνητική αποστολή του Malene Ostervold, ο ίδιος διεθνής οίκος ο I.H.S. δημοσιοποίησε άλλο χάρτη που περιείχε μεν τις 4 περιοχές βορείως της Κύπρου αλλά είχε τροποποιηθεί η άλλη περιοχή με τρόπο ώστε να μην είναι τόσο προκλητική η «καταπάτηση» περιοχών της ελληνικής ΑΟΖ.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, και πάλι το 50% της περιοχής αυτής υπερκάλυπτε ελληνική ΑΟΖ. Επισήμως, όμως, δεν υπήρξε τότε αποτελεσματική ελληνική αντίδραση, ούτε προσπάθεια πρακτικής ματαίωσης των τουρκικών σχεδίων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί η σημαντική θέση του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελόριζου, αφού χάρη σε αυτό και στο γεγονός ότι κάθε νήσος σύμφωνα με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της θαλάσσης (1982) διαθέτει τη δική της υφαλοκρηπίδα, η Ελλάδα μπορεί να εκμεταλλευτεί του πόρους που κρύβει η Λεκάνη του Ηροδότου.

Ενδεχόμενη εξαίρεση ή «απονεύρωση» του ελληνικού δικαιώματος για εφαρμογή της ΑΟΖ βάσει της ύπαρξης του Καστελόριζου θα είχε ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο και κρίσιμο κομμάτι της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) να παραχωρηθεί στην τουρκική ΑΟΖ, η οποία πλέον θα συνορεύει με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση η τουρκική ΑΟΖ πρακτικά «κόβεται στη μέση» και δεν θα εκτείνεται προς το νότο μέχρι την αιγυπτιακή.

Σύμφωνα με τις μελέτες του γαλλικού Ινστιτούτου Πετρελαίου και με βάση την γειτνίαση της υποθαλάσσιας αυτής περιοχής με την Λεκάνη του Νείλου, η οποία περιέχει 3 τρις κυβικά μέτρα φυσικό αέριο, εκτιμάται ότι το ελληνικό τμήμα της Λεκάνης του Ηροδότου περιέχει 1 τρις κυβικά μέτρα φυσικό αέριο.

Για να γίνει αντιληπτό το όφελος από την εκμετάλλευση αυτών των πόρων αξίζει να σημειωθεί ότι η αντικατάσταση του 20% των εισαγωγών πετρελαιοειδών που εισάγονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα για εσωτερική κατανάλωση θα απέφερε όφελος 2,2 δίς δολαρίων ετησίως (με σταθερές τιμές 70$ το βαρέλι και με συνολική ημερήσια εισαγωγή 430 βαρέλια).

Η αποστολή το Νοέμβριο του 2008 του νορβηγικού ερευνητικού σκάφους «Malene Ostervold» για πετρελαϊκές έρευνες σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας του Καστελόριζου και εντός της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) καθώς και η αποστολή στην ίδια περιοχή του «Πίρι Ρέις» αποτελούν μέρος συνολικότερου τουρκικού σχεδίου.

Η Άγκυρα, πέραν του όποιου διακανονισμού υπάρξει για το θέμα της υφαλοκρηπίδας, έχει καταστήσει στρατηγική επιδίωξη τη μη συμπερίληψη του Καστελόριζου στη χάραξη των ΑΟΖ στην περιοχή.

Ακολούθως η Τουρκία «έριξε στη μάχη» των διεκδικήσεων και το Barbaros. Στα τέλη του 2013 και τις αρχές του 2014 το πλοίο άρχισε τις παράνομες δραστηριότητές του σε περιοχές που δέσμευσε η κρατική εταιρεία πετρελαίων της Τουρκίας TPO και παραχώρησε στο ψευδοκράτος.

Με βάση τους χάρτες των διεκδικήσεων της Τουρκίας, το Οικόπεδο 3 της Κυπριακής Δημοκρατίας βρίσκεται και εντός των παράνομων τουρκικών διεκδικήσεων.

Η Τουρκία συνέχισε την τακτική των απειλών με αυξανόμενη ένταση. Η παρεμπόδιση της ιταλικής πλατφόρμας Saipem 12000 να προχωρήσει σε γεώτρηση στο οικόπεδο 3, και η αποχώρηση του ιταλικού ερευνητικού σκάφους από το στόχο Σουπιά.

Στη συνέχεια και πιο συγκεκριμένα τον περασμένο Μάιο η Τουρκία κατέθεσε στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης χάρτες στους οποίους ορίζει την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα της αγνοώντας την ύπαρξη του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελλόριζου (που αριθμεί 14 νησιά και νησίδες) αλλά και διεκδικώντας ολόκληρες θαλάσσιες περιοχές που ανήκουν στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Από τους χάρτες προκύπτει και το εξοργιστικό ότι η Τουρκία αμφισβητεί τα 11 από τα 13 θαλάσσια τεμάχια της κυπριακής ΑΟΖ και πιο συγκεκριμένα τα τεμάχια 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 12 και 13 αλλά και τη θαλάσσια περιοχή στη γραμμή Κρήτη – Καστελλόριζο – Κύπρος!

Η τουρκική ενέργεια είναι πολλαπλώς έκνομη, αφενός διότι η οριοθέτηση είναι αυθαίρετη και δεν λαμβάνει υπόψη το διεθνές νομικό πλαίσιο, αφετέρου είτε γιατί μιλάμε για ΑΟΖ, είτε για υφαλοκρηπίδα η οριοθέτηση ουδέποτε γίνεται μονομερώς, αλλά καθορίζεται με διμερή συμφωνία των εμπλεκόμενων μερών.

Οι τουρκικές διεκδικήσεις πάντως μπορεί να ανατρέπονται βάσει τόσο των συνθηκών παραχώρησης των Δωδεκανήσων του 1932 και του 1947 όσο και της συμβάσεως του Μοντέγκο Μπέη του 1982 για το δίκαιο της θαλάσσης, αλλά αυτό δεν την αποθαρρύνει διόλου από τα επιστρατεύει την ισχύ των όπλων της για να πετύχει αυτό που απορρίπτεται από τις διεθνείς συνθήκες.

Αυτό που με ασφάλεια μπορούμε να αναφέρουμε, είναι ότι η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει την Ελλάδα να προχωρήσει σε ανακήρυξη της ΑΟΖ βάσει της γεωγραφίας η οποία συμπεριλαμβάνει και το Καστελόριζο. Αυτό την αποκλείει από την γειτνίαση με την ΑΟΖ της Αιγύπτου ενώ ταυτόχρονα την απομακρύνει από τα κοιτάσματα νότια της Κρήτης, τα οποία διεκδικεί επίσης!

Ενδεικτικό των τουρκικών διεκδικήσεων είναι άρθρο του Τούρκου ναυάρχου ε.α. Cihat Yaycı’nın ότι τα προς εκμετάλλευση Οικόπεδα νότια της Κρήτης 15 και 20 συμπίπτουν με την υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας(!) και της Λιβύης αντίστοιχα, θέτοντας ουσιαστικά για την Άγκυρα θέμα δικαιωμάτων στην περιοχή.

Η στρατιωτική διάσταση

Σύμφωνα με εκτιμήσεις το 2028 το τουρκικό Ναυτικό θα διαθέτει 1 σκάφος αμφίβιων επιχειρήσεων-ελαφρύ αεροπλανοφόρο με προοπτική ναυπήγησης ενός δεύτερου, 4 φρεγάτες εγχώριας σχεδίασης, ανάπτυξης και ναυπήγησης TF-2000, (με στόχο τα 8 σκάφη), 4 φρεγάτες κλάσης Istif (G-MILGEM), 4 κορβέτες MILGEM κλάσης Ada και. 4 εκσυγχρονισμένες φρεγάτες MEKO 200 TN IIA/B κλάσης Barbaros/Salih Reis, 6 υποβρύχια T-214 TN AIP, 6 υποβρύχια Type-209/1400 κλάσης Gur, 4 υποβρύχια Type-209/1400 κλάσης Preveze, 1 πλοίο αμφίβιων επιχειρήσεων LPD με δυνατότητα μεταφοράς 8 ελικοπτέρων και 3 UAV, 6 ΤΠΚ FPB-57-052C κλάσης Kilic-II, 3 πυραυλάκατοι FPB-57-052B κλάσης Kilic-I, 2 πυραυλάκατοι FPB-057-52A κλάσης Yildiz, 3 πυραυλάκατοι FPB-57 κλάσης Dogan, 16 YTKB-400, 2 πλοία ανεφοδιασμού Στόλου κλάσης Akar, 1 πλοίο διάσωσης υποβρυχίων και 2 πλοία διάσωσης ρυμούλκησης.

Το ελαφρύ αεροπλανοφόρο TCG Anadolu (L-408) είναι τα πλέον φιλόδοξο σχέδιο του τουρκικού Ναυτικού. Η ναυπήγησή του ξεκίνησε στις 30 Απριλίου του 2016 και αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2021. Όλα τα οπλικά συστήματα του πλοίου θα προέλθουν από εγχώριες βιομηχανίες όπως η Aselsan και η Havelsan. Το μήκος του σκάφους ανέρχεται στα 232 μέτρα, το πλάτος στα 32 και το βύθισμα στα 6,9 μ.

Η ταχύτητα που θα αναπτύσσει ανέρχεται στους 21 κόμβους, ενώ η αυτονομία του με 15 κόμβους ταχύτητα είναι 17.000 χλμ. Για την αντιπυραυλική του προστασία το Anadolu θα διαθέτει δύο συστήματα Phalanx και ένα RAM. Για την εκτέλεση αποβατικών επιχειρήσεων θα μπορεί να φέρει έως 4 αποβατικές ακάτους ή 2 αερόστρωμνα. Η μεγαλύτερη ικανότητα του πλοίου θα είναι βέβαια η μεταφορά των αεροσκαφών και ελικοπτέρων.

Έτσι πιο συγκεκριμένα το Anadolu θα έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει 6 έως 8 F-35B (η παραγγελία των οποίων πιθανολογείται για το επόμενο χρονικό διάστημα), 4 επιθετικά ελικόπτερα T-129 ΑΤΑΚ, 8 μεταφορικά AS-532 ή CH-47F, 2 ανθυποβρυχιακά S-70B Seahawk ή τέλος 2 UAV ANKA ή Bayraktar.

Σε ότι αφορά τη νέα φρεγάτα TF-2000 στόχος είναι το 2020 να έχει ολοκληρωθεί η σχεδίαση και το 2021 να ξεκινήσει η ναυπήγηση του πρώτου πλοίου με τελικό στόχο τα 8 σκάφη που θα φέρουν εξολοκλήρου εγχώριας ανάπτυξης εξοπλισμό τόσο ηλεκτρονικό όσο και οπλικά συστήματα.

Οι τουρκικές φρεγάτες άμυνας περιοχής θα έχουν 2 εκτοξευτές πυραύλων Μk49 RAM των 21 βλημάτων, 5 κάθετους εκτοξευτές των 8 βλημάτων, για αντιαεροπορικούς πυραύλους, 2 διπλούς τορπιλοσωλήνες, 16 πυραύλους κατά πλοίων ATMACA, ραντάρ νέας τεχνολογίας AESA ÇAFRAD με CMS GENESIS, 8πλο VLS για πυραύλους cruise και 1 κύριο πυροβόλο των 127χλστ. Ακόμη θα φέρουν 1 ή 2 ελικόπτερα Seahawk η συνδυασμός με UAV STOVL και 4 ταχέα τηλεχειριζόμενα πυροβόλα (STAMP,STOP).

Τα σκάφη θα ξεπερνούν σε εκτόπισμα τους 7.000 τόνους και σε μήκος τα 130 μ. ενώ θα έχουν εκτεταμένο βαθμό αυτοματοποίησης για μειωμένο πλήρωμα. Επίσης θα έχει μειωμένο ίχνος στα ραντάρ RCS και θα κάνει χρήση κινητήριου συστήματος κατηγορίας GODLAG.

Επίσης ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο εκτός του νέου ραντάρ πολλαπλών λειτουργιών είναι και ο οπλισμός που θα είναι εγχώριας ανάπτυξης και θα αποτελείται από τους πυραύλους Ε-Ε τύπου Atmaca ενεργού καθοδήγησης με ραντάρ που θα αντικαταστήσει τους Harpoon BlοckII και έχουν εμβέλεια 180 χλμ. με στόχο να φθάσει τα 300 χλμ. και εγχώριο κινητήρα τύπου αεριοπροώθησης της kale που φέρουν και οι SOM.

Για την αεράμυνα, καθώς τα σκάφη θα είναι άμυνας περιοχής τα βλήματα θα είναι μέσου και μεγάλου βεληνεκούς (30-100 χλμ.) που σχεδιάζει η ROKETSAN στα πλαίσια της ανάπτυξης εγχώριου συστήματος αεράμυνας τόσο για τα σκάφη όσο και για την τουρκική αεροπορία και είναι αυτός ο τομέας που επιζητά την συνεργασία με τις ρωσικές εταιρείες θέλοντας να είναι μια έκδοση του πυραύλου των συστημάτων S-300/S-400 αντίστοιχα.

Εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν ναυτικές εκδόσεις των πυραύλων HISAR-A/-O. Η σοβαρότητα της τουρκικής ηγεσίας φαίνεται καθώς η ναυπήγηση ενός τέτοιου περίπλοκου ολοκληρωμένου συστήματος όπως είναι οι φρεγάτες αεράμυνας κινούνται σε μια κλιμακωτή διαβάθμιση καθώς ξεκίνησε πρώτα με τη ναυπήγηση των κορβετών MILGEM και συνεχίζεται με τις 4 φρεγάτες κλάσης ISTIF. Το σύνολο των συστημάτων που θα είναι τουρκικής σχεδίασης θα φθάνει το 65% και θα αυξάνεται συνεχώς ώστε να φθάσει στο μέγιστο ποσοστό στις TF-2000.

Οι φρεγάτες κλάσης “Ι” είναι μεγέθυνση των κορβετών κλάσης ADA και θα έχουν εκτόπισμα 3.000 τόνων, μήκος 113μ, πλήρωμα 125 ατόμων και οπλισμό 1 πυροβόλο 76 χλστ. Oto Melara Super Rapid, 2 x 12,7 χλστ. Aselsan STAMP, 1 x 35 χλστ. CIWS (ναυτική έκδοση του Korkut), 16πλο Mk. 41 VLS για 64 x RIM-162 ESSM, 16 x Roketsan ATMACA, 2 x 324 χλστ. Mk. 32 για τορπίλες Mk. 46 ενώ θα φέρουν υπόστεγο και ελικοδρόμιο.

Το πρώτο σκάφος της σειράς “I” αναμένεται να παραδοθεί στο τουρκικό Ναυτικό το 2021.

Ταυτόχρονα το τουρκικό Ναυτικό προχωρά σε ναυπηγήσεις σκαφών αμφίβιων επιχειρήσεων. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα η ναυπήγηση δύο σκαφών του L-402 BAYRAKTAR και του L-403 SANCAKTAR.

Το μεν πρώτο εντάχθηκε στο τουρκικό Ναυτικό στις 14 Απριλίου του 2017 ενώ το δεύτερο καθελκύστηκε στις 16 Ιουλίου του 2016 και το παρόν διάστημα βρίσκεται σε δοκιμές για την ένταξή του. Η κλάση έχει μέγιστο εκτόπισμα τους 7.254 τόνους, μήκος 138 μέτρα, και αναπτύσσει μέγιστη ταχύτητα 18 κόμβων.

Στον οπλισμό του περιλαμβάνονται 2 πυροβόλα Oto Melara των 40 χλστ., 2 δίδυμα των 20 χλστ., και δύο αντιπυραυλικά Mk 15 Phalanx, ενώ στο πίσω μέρος διατίθεται ελικοδρόμιο για ένα μεγάλων διαστάσεων ελικόπτερο.

Στα ηλεκτρονικά περιλαμβάνεται ένα ραντάρ SMART MK2 3D για ναυτιλία και έλεγχο αέρος/επιφανείας, δύο συστήματα υπέρυθρης παρατήρησης ASELFLIR 300D, σύστημα κατά τορπιλών, σύστημα προειδοποίησης για κατάδειξη από laser, σύστημα επικοινωνιών Link 16/22, σύστημα διαχείρισης μάχης αποτελούμενο από 5 κονσόλες GENESIS CMS. και σύστημα μέτρων υποστήριξης ARES-2N. Τα σκάφη έχουν δυνατότητα μεταφοράς 350 στρατιωτών, 20 αρμάτων μάχης, ή περί τα 24 με 60 οχήματα διαφόρων μεγεθών.

Εκτός όμως από την δύναμη των σκαφών επιφανείας του τουρκικού Ναυτικού δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε και την αεροπορική δύναμη του, η οποία αναμφίβολα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην προώθηση των τουρκικών συμφερόντων χάρις στον μεγάλο αριθμό των μέσων που έχουν αποκτηθεί αλλά και του εξοπλισμού που τα αεροσκάφη αυτά διαθέτουν.

Το πρόγραμμα MELTEM του τουρκικού Ναυτικού είχε ως αποτέλεσμα την απόκτηση 6 αεροσκαφών CN-235D/K MPA και 6 αεροσκαφών ATR72-600T MPA εξοπλισμένων με το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης μάχης AMASCOS. Επιπρόσθετα τρία ακόμα αεροσκάφη CN-235-100M MPA αποτελούν μέρος της δύναμης της Ακτοφυλακής συμβάλλοντας και αυτά στην καλύτερη επιτήρηση των θαλασσών.

Η υποβρύχια δύναμη του τουρκικού Ναυτικού πρόκειται να ενισχυθεί με τα 6 νέα υποβρύχια T-214 TN AIP τα οποία στην κυριολεξία θα μπορούν να ελέγχουν την υποθαλάσσια περιοχή της Αν. Μεσογείου χωρίς να γίνονται αντιληπτά και χωρίς να χρειάζονται ανεφοδιασμό για πολλές ημέρες.

Φυσικά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και την παρουσία της τουρκικής Αεροπορίας στην ευρύτερη περιοχή της Αν. Μεσογείου, με την τεράστια αεροπορική βάση στο Ικόνιο όπου φιλοξενεί 4 B-737-700 MESA AWACS, ενώ στη βάση ήδη σταθμεύουν μαχητικά F-16C Block 40 και F-4E-2020 Terminator καθώς και ελικόπτερα AS532AL/UL SAR.

Αρκετές εκατοντάδες μίλια ανατολικά του Ικονίου, η αεροπορική βάση του Incirlik φιλοξενεί τα 7 ιπτάμενα τάνκερ KC-135R της τουρκικής Αεροπορίας, τα οποία με τους συνεχόμενους ανεφοδιασμούς τους μπορούν να κρατούν τα τουρκικά μαχητικά στον αέρα για αρκετές ώρες σε περίπτωση κρίσης, διαμορφώνοντας έτσι ένα ευνοϊκό επιχειρησιακό περιβάλλον για τους Τούρκους πιλότους σε σχέση με τους Έλληνες συναδέλφους τους οι οποίοι θα πρέπει να ανησυχούν για την αυτονομία των μαχητικών τους και για το πολεμικό φορτίο που μπορούν να μεταφέρουν.

Η προκεχωρημένη αεροπορική βάση του Dalaman απέκτησε 6 νέα καταφύγια ΗAS ΝΑΤΟικών προδιαγραφών, τύπου ΤΑΒ-V.

Με την ολοκλήρωση της κατασκευής των καταφυγίων αυτών το σύνολο των διαθέσιμων καταφυγίων αυξήθηκε στα δεκατρία, ενώ αξίζει να επισημανθεί η κατασκευή συγκροτήματος κτιρίων, πίστας στάθμευσης αεροσκαφών καθώς και του συνδετήριου τροχοδρόμου με τον αεροδιάδρομο στον ίδιο χώρο.

Αντίστοιχα έργα αναβάθμισης με την κατασκευή 13 νέων καταφυγίων, πραγματοποιήθηκαν και στην αεροπορική βάση της Αττάλειας, ενώ τα κενά του δικτύου αεράμυνας καλύφθηκαν με την ανάπτυξη συστημάτων νέων ραντάρ στην περιοχή.

Τα ραντάρ αυτά της τουρκικής Αεροπορίας θα συμπληρώνουν την εικόνα που παρέχει το HF OTH Radar του υπό παράδοση συστήματος θαλάσσιας επιτήρησης (IMSS: Integrated Maritime Surveillance System) UZUN UFUK, στο Κέντρο Σύντηξης Δεδομένων.

Χάρις στο συνδυασμό αυτό, δηλαδή στην εικόνα που θα δίνει το ραντάρ αεράμυνας και το ραντάρ βραχέων κυμάτων με κάλυψη πέρα του ορίζοντα, η τουρκική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία θα μπορεί να παρακολουθεί οτιδήποτε πετά και πλέει στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Κρήτης και της Κύπρου σε απόσταση τουλάχιστον 200 μιλίων από τις ακτές της Μικράς Ασίας.

Η ελληνική αντίδραση

Πρώτο και κυριότερο για την Ελλάδα προκειμένου να μπορέσει να υπερασπιστεί το ενεργειακό της κεφάλαιο, είναι η ενίσχυση του ΠΝ και της ΠΑ. Φυσικά τα περιθώρια κινήσεων είναι δεδομένα και δεν αφήνουν χώρο για αισιοδοξία.

Γενικότερα όμως αυτό που προέχει είναι η προμήθεια νέων φρεγατών και αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας. Για το μεν πρώτο η κατάσταση είναι βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο καθώς υπάρχει σε εξέλιξη μια διαδικασία για την προμήθεια των 2+2 γαλλικών φρεγατών Belhara αλλά είναι νωρίς για να βγουν ασφαλή συμπεράσματα.

Αναμφισβήτητα η προμήθεια των φρεγατών FREMM με τα στρατηγικό βλήμα SCALP-NAVAL (MdCN) θα αποτελούσε μια εξαιρετική προσθήκη στο ΠΝ αλλά η συγκεκριμένη προμήθεια έχει δώσει τη θέση της σε αυτή των Belhara.

Η προμήθεια των αεροσκαφών ΑΦΝΣ βρίσκεται σε στάδιο υλοποίησης καθώς το πρόγραμμα αναβάθμισης 4 P-3B προχωρά κανονικά με τη μόνη καθυστέρηση να παρουσιάζεται στο 5ο αεροσκάφος αυτό της λεγόμενης ενδιάμεσης λύσης.

Τα αεροσκάφη με ικανότητες «ωκεάνιων» επιχειρήσεων έχουν μεγάλη ακτίνα δράσης και κρίνονται κατάλληλα για την πραγματοποίηση περιπολιών και ναυτικής επιτήρησης σε όλο το εύρος της εν δυνάμει ελληνικής ΑΟΖ.

Μια ακόμη προσθήκη που θα μπορούσε να εξεταστεί είναι η απόκτηση ενός ή δύο πλοίων ανεφοδιασμού Στόλου με αυξημένες δυνατότητες μεταφοράς ελικοπτέρων και υποστήριξης αποστολών Έρευνας και Διάσωση.

Τα συγκεκριμένα πλοία θα μπορούσαν να ναυπηγηθούν και με κοινοτική χρηματοδότηση αφού στα πλαίσια των αποστολών που θα μπορούσαν να εκτελέσουν, συγκαταλέγονται και επιχειρήσεις αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και γενικότερα οποιαδήποτε αποστολή πλην πολέμου MOOTW (Military operations other than war).

Το πιο σημαντικό για τον έλεγχο μία τόσο μεγάλης και αχανούς (για τα ελληνικά δεδομένα) θαλάσσιας έκτασης είναι η απόκτηση της δυνατότητας να μπορούμε να γνωρίζουμε τι συμβαίνει πέρα από τον ορίζοντα.

Η Κύπρος απέχει από την Κρήτη 550 χλμ και από τη Ρόδο 400 χλμ. Η συνεχής επιτήρηση της περιοχής αυτή αποτελεί πρώτο μέλημα της Ελλάδας και αυτό μπορεί να επιτευχθεί από εγχώριους φορείς με σχετικά μικρή δαπάνη, εν μέσω χαλεπών οικονομικών καιρών.

Η ανάπτυξη και η εγκατάσταση δύο ραντάρ βραχέων κυμάτων με κάλυψη πέρα του ορίζοντα (HF OTH Radar) στην περιοχή της Αν. Κρήτης και ενός συστήματος ταυτοποίησης στόχων ADS (Automatic Dependant Surveillance, ταυτοποίηση μέσω transponders AIS ή IFF) αποτελεί μονόδρομο για την Ελλάδα.

Χάρις στην μεγάλη εμβέλεια αυτών των ραντάρ (200 νμ) η ελληνική κυβέρνηση θα μπορεί να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τι συμβαίνει στην εν λόγω θαλάσσια περιοχή, σε ένα τόξο που θα ξεκινά από τα παράλια της Μ. Ασίας και θα επεκτείνεται μέχρι μερικά μίλια από τις ακτές της Αφρικής.

Μία ακόμη λύση που θα ολοκλήρωνε την πλήρη κάλυψη της περιοχής θα ήταν η εγκατάσταση ενός αντίστοιχου σταθμού και στις δυτικές ακτές της Κύπρου, καλύπτοντας έτσι το κενό των 95 μιλίων που αφήνει το ελληνικό ραντάρ στην Κρήτη, αφού η απόσταση μεταξύ Κρήτης και Κύπρου είναι 295 μίλια.

Μία προμήθεια θα μπορούσε να είναι η αγορά αεροσκαφών σε ιπτάμενα τάνκερ για την ΠΑ. Αν και τα μαχητικά αεροσκάφη F-16 Block 52 plus που επιχειρούν από την Κρήτη διαθέτουν σύμμορφες εξωτερικές δεξαμενές, είναι σίγουρο ότι η ύπαρξη τουλάχιστον 4 ιπταμένων τάνκερ στην Κρήτη θα αναβάθμιζε τις επιχειρησιακές δυνατότητες των F-16 Block 52+/Αdv.

Τα ιπτάμενα τάνκερ θα επέτρεπαν στα μαχητικά να επιχειρούν χωρίς τις δεξαμενές, αυξάνοντας την ευελιξία τους και την δυνατότητα τους να μεταφέρουν περισσότερο πολεμικό φορτίο αν χρειαστεί σε μεγαλύτερες αποστάσεις και για περισσότερο χρόνο.

Στο ενεργειακό επίπεδο οι τρόποι αντίδρασης της Ελλάδας σε αυτή την διαμορφούμενη κατάσταση είναι δύο: Ο πρώτος αφορά την υλοποίηση ενεργειακών συμμαχιών και ο δεύτερος την ενίσχυση, όσο το δυνατόν της στρατιωτικής ισχύος, καθώς χωρίς αυτή δεν μπορεί να υπάρξει καμιά εγγύηση για την υλοποίηση των ενεργειακών προγραμμάτων. Οι συμμαχίες με το Ισραήλ και την Αίγυπτο κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ένα σημαντικότατο ορόσημο  ήταν η υπογραφή του αγωγού EastMed μεταξύ της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ.

Στόχος του EastMed (Eastern Mediterranean Pipeline) είναι να μεταφέρει φυσικό αέριο από τα κοιτάσματα της Λεβαντίνης (Ισραήλ, Κύπρος) στην Ευρώπη, μέσω της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ιταλίας.

Με βάση τον σχεδιασμό του, το μεγαλύτερο τμήμα (1.300 χιλιόμετρα) θα είναι υποθαλάσσιο, ενώ θα διέρχεται από περιοχές με βάθος έως 3 χιλιόμετρα. Έτσι, αν κατασκευασθεί, θα αποτελέσει τον μεγαλύτερο και βαθύτερο υποθαλάσσιο αγωγό στον κόσμο.

Η Τουρκία βέβαια αντιτίθεται στον συγκεκριμένο αγωγό, καθώς αυτό που θέλει, είναι αφού διαμοιραστεί το φ/α μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και των Τουρκοκυπρίων αυτό να περάσει μέσα από τουρκικό έδαφος και να διοχετευθεί από εκεί στην Ευρώπη.

Αυτός όμως ο σχεδιασμός, μάλλον ναυαγεί με την Κύπρο και την Ελλάδα να στοχεύουν ορθώς στη δημιουργία του ευρωμεσογειακού αγωγού, κάτι που θα επιτρέψει στην Κύπρο να έχει μια ασφαλή και αξιόπιστη διαδρομή για τις εξαγωγές του δικού της φ/α.

Παράλληλα, η σχεδιαζόμενη δυναμικότητα του αγωγού θα είναι 10 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως, με δυνατότητα να αυξηθεί στα 16 δισ. κυβικά μέτρα. Επιπλέον, θα δώσει τη δυνατότητα να αυξηθεί η τροφοδοσία της αγοράς της Κύπρου με φυσικό αέριο κατά 1 δισ. κυβικό μέτρο.

Από τον Ιούλιο του 2014 η διαχείριση του έργου ανήκει στην IGI POSEIDON, θυγατρική της ΔΕΠΑ και της ιταλικής Edison.

Ταυτόχρονα η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει αποφασιστικά στην εκμετάλλευση των τεμαχίων νότια της Κρήτης, μέρος των οποίων όπως αναφέρθηκε έχει βάλει στο στόχαστρο η Τουρκία, όσο παράλογο και αν ακούγεται.

Η μονογραφή στις 27 Σεπτεμβρίου των συμβάσεων παραχώρησης για την έρευνα σε δυο θαλάσσια «οικόπεδα» νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, καθώς και σε ένα στον Κυπαρισσιακό Κόλπο, δίνει την άδεια στις εταιρείες ExxonMobil και Total να προχωρήσουν στις καταρχήν έρευνες.

Ταυτόχρονα η παραχώρηση στην κοινοπραξία Total-Edison-ΕΛ.ΠΕ για τις έρευνες στο τεμάχιο 2 του Ιουνίου στη θαλάσσια περιοχή της Κέρκυρας, αν και δεν έχει σχέση με τις τουρκικές διεκδικήσεις εντούτοις δείχνει μια ικανοποιητική κινητικότητα στο θέμα των ερευνών για υδρογονάνθρακες στην Ελλάδα.

Από ότι συνεπάγεται τα οικόπεδα νότια της Κρήτης είναι τα πιο σημαντικά και κρίσιμα για την ελληνική οικονομία μαζί με αυτά του Ιονίου.

Βέβαια για να γίνουν όλα αυτά θα πρέπει να λυθούν βασικά θέματα: Αυτά είναι η ανακήρυξη της ΑΟΖ και η διευθέτησή της σε σχέση με αυτές της Λιβύης, της Αλβανίας, της Αιγύπτου, της Κύπρου και τέλος της Τουρκίας η οποία όμως εμμένοντας στην μη συμπερίληψη της Μεγίστης και του συμπλέγματος των 14 νήσων είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει κάποια συμφωνία.

Άλλωστε οι τελευταίες εξελίξεις με την ελληνική υπαναχώρηση στα 12 ν.μ. στο Ιόνιο και με τις τουρκικές προειδοποιήσεις ότι δεν θα δεχθούν οποιαδήποτε τετελεσμένα στην περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου δεν αφήνουν ιδιαίτερα περιθώρια αισιοδοξίας ότι το θέμα θα επιλυθεί χωρίς την προσφυγή στα όπλα, σύμφωνα με το pronews.gr

Διαβάστε τη συνέχεια

loading...
Loading...
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ