Οι Γίγαντες μέσα στην Παλαιά Διαθήκη κατά τους ιστορικούς χρόνους

Σε αντίθεση με τις άλλες μυθολογίες, η Παλαιά Διαθήκη είναι πιο ρεαλιστική όσον αφορά την ύπαρξη και τη δημιουργία των γιγάντων.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την Παλαιά Διαθήκη, όταν άρχισε το ανθρώπινο γένος να πληθαίνει, τότε οι άνθρωποι του Θεού, που κατάγονταν από τη γενιά του Σηθ, έβλεπαν τις κόρες των διεφθαρμένων ανθρώπων, από τη γενιά του Κάϊν, ότι ήταν όμορφες και τις πήραν για γυναίκες τους.

Από την ένωση των ανθρώπων του Θεού με τις διεφθαρμένες κόρες των ανθρώπων, κατάγονται και οι γίγαντες. Αυτοί έζησαν την πανάρχαια εποχή και ήταν άνθρωποι ονομαστοί για την τότε εποχή. Αλλά, όμως, όπως και οι άλλοι άνθρωποι, έτσι κι αυτοί ήταν βουτηγμένοι στην αμαρτία και στην διαφθορά.

Ο Θεός, όταν είδε τη σαρκικότητα των ανθρώπων, αποφάσισε να περιορίσει τη διάρκεια ζωής των ανθρώπων σε 120 χρόνια (Γένεσις 6,1-4). Πριν από τη διήγηση αυτή, η διάρκεια ζωής των ανθρώπων ήταν πολύ περισσότερη. Σύμφωνα πάντα με τη διήγηση της Βίβλου, ο Αδάμ έζησε 930 χρόνια, ο Σηθ 912, ο Ενώς 905, ο Καϊνάν 910, ο Μαλελεήλ 895, ο Ιάρεδ 962, ο Ενώχ 365, ο Μαθουσάλα 969 και ο Λάμεχ 777 χρόνια.

Τον καιρό που ο Μωυσής έστειλε τους 12 κατασκόπους στη Γη της Επαγγελίας, κατοικούσαν στη Χεβρών οι γιγαντόσωμοι απόγονοι του Ανάκ (Ενάχ). Οι κατάσκοποι ξεκίνησαν από την έρημο Φαράν, έλεγξαν όλη τη χώρα από την έρημο Σιν έως τη Ροόβ που βρίσκεται βόρεια και πάει ο δρόμος προς την Αϊμάθ. Μετά επέστρεψαν στην έρημο και έφτασαν στη Χεβρών, όπου κατοικούσαν οι Αχιμάν, οι Σεσσί (Σεσαΐ) και οι Θελαμί (Ταλμαΐ), απόγονοι του γίγαντα Ανάκ (Ενάχ) (Αριθμοί 13,22-23. Δευτερονόμιο 1,28).

Η λέξη “γίγας” στην Παλαιά Διαθήκη είναι η Νephil, που σημαίνει ισχυρός, καταπιεστής, τύραννος, γίγαντας. Εμφανίζεται τρεις φορές στην Παλαιά Διαθήκη: (Γεν. 6,4, και Αρ. 13,33 δις). Στον πληθυντικό αποδίδεται με τη λέξη “Νεφιλείμ”. Οι Γίγαντες τους οποίους αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη ονομάζονται και Ραφαΐν ή Ρεφαΐτες (Δευτερονόμιο 2,11), και είναι οι ίδιοι Γίγαντες με εκείνους όλων των άλλων παραδόσεων.

Από την παραπάνω αφήγηση μπορούμε να βγάλουμε ως συμπέρασμα, ότι μετά τη δημιουργία του ανθρώπου από το Θεό, υπήρξαν δύο γενιές ανθρώπων. Η γενιά του Σηθ, των ανθρώπων δηλαδή που ζούσαν κοντά στο Θεό, και η γενιά του Κάϊν, των ανθρώπων που ζούσαν μακριά από το Θεό και ήταν βουτηγμένοι στην αμαρτία και στην διαφθορά. Κάποια στιγμή, όμως, άρχισαν να παντρεύονται μεταξύ τους, με αποτέλεσμα όλο το ανθρώπινο γένος να απομακρυνθεί πλέον από το Θεό και να χαθεί στην αμαρτία.

Ένα από τα αποτελέσματα της ένωσης αυτής ήταν και η γέννηση των Γιγάντων, οι οποίοι, όπως φαίνεται και σε άλλα σημεία της Παλαιάς Διαθήκης, επικράτησαν στη γη. Επίσης, όπως φαίνεται από τις περιγραφές, οι περισσότεροι από τους Γίγαντες χάθηκαν από κάποιο πόλεμο που είχαν με τους κανονικούς ανθρώπους (Γιγαντομαχία), και άλλοι από τον κατακλυσμό που έκανε ο Θεός, για να αφανίσει την κακία και την διαφθορά από τη γη.

Πάντως όποια θεωρία κι αν ακολουθήσει κανείς, σημασία έχει ότι από τον κατακλυσμό, είτε ήταν παγκόσμιος, είτε τοπικός, ότι σώθηκαν αρκετοί άνθρωποι, μεταξύ αυτών και αρκετοί από τους Γίγαντες.

Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, η περιοχή στην οποία επεβίωσαν κάποιοι από τη φυλή των γιγάντων Νεφιλείμ, ήταν η Βασάν, που ονομάζεται: “γη γιγάντων” (Δευτερονόμιο 3,13). Πρόκειται για μία ορεινή περιοχή ανατολικά της θάλασσας της Γαλιλαίας, κατάλληλη για επιβίωση από τον Κατακλυσμό που έπληξε τη γη.

Εκεί, οι Γίγαντες υπήρχαν όχι μόνο μετά από τον Κατακλυσμό, αλλά και στις ημέρες του Αβραάμ και του Μωυσή. Όταν ο Χοδολλογομόρ και οι σύμμαχοί του, πήγαιναν για να πολεμήσουν με το στρατό των Σοδόμων και των Γομόρρων, στο πέρασμά τους κατέκοψαν τους Γίγαντες των πόλεων Ασταρώθ και Καρναΐν, στη Βασάν (Γένεση 14,5).

Στην Παλαιά Διαθήκη, οι κατάσκοποι των ημερών του Μωυσή, βρήκαν τους Νεφιλείμ στη Χαναάν (Αριθμοί 13,33), όπου μάλιστα ονομάζει τους Γίγαντες “Νεφιλείμ”.

Σε άλλα εδάφια, όπως το Δευτερονόμιο 1,28, αναφερόμενο στο ίδιο γεγονός, ταυτίζει τους Νεφιλείμ με τους Ανακείμ. Με τη λέξη Ανακείμ η Αγία Γραφή συσχετίζει, όλες τις φυλές γιγάντων που ζούσαν γύρω από τη θάλασσα της Γαλιλαίας, όπως ήταν οι Ραφαείμ, οι Εμμαίοι και οι Ζουμζουμείμ, τους οποίους εξολόθρευσαν οι απόγονοι του Λωτ (Δευτερονόμιο 2,10-11. 20-21).

Οι Ανακίτες ήταν “ισχυροί και πανύψηλοι» (Αριθμοί 13,22-23. 13,33. Δευτερονόμιο 9,1-2). Τον καιρό που ο Μωυσής έστειλε τους 12 κατασκόπους στη Γη της Επαγγελίας, κατοικούσαν στη Χεβρών οι γιγαντόσωμοι απόγονοι του Ανάκ (Ενάκ) και οι γιοι του ο Αχιμά (Αχιμάν), ο Σουσί (Σεσσί) και ο Θολαμί (Θελαμί) (Αριθμοί 13,22-23. 13,33. Δευτερονόμιο 1,28. 9,1-2. Ιησούς του Ναυή 15,14. Κριτές 1,10).

Ο Μωυσής, όταν έδινε τις τελευταίες οδηγίες στους Ισραηλίτες, έκανε λόγο για τους απογόνους του Ανάκ (Ενάκ), οι οποίοι ήταν άνθρωποι μεγάλου αναστήματος, κατοικούσαν σε πόλεις με υψηλά τείχη και ήταν ισχυροί στρατιωτικά (Δευτερονόμιο 9,1-2).

Εδώ έχουμε και περιγραφή των Γιγάντων από τους ανιχνευτές που είχε στείλει ο Μωυσής για να κατασκοπεύσουν τους κατοίκους της Χαναάν:«…όλοι όσους είδαμε εκεί είναι πανύψηλοι, και είδαμε και τους γίγαντες εκεί, τους γιους του Ανάκ από την γενιά των γιγάντων εμείς φαινόμασταν μπροστά τους σαν ακρίδες, και σαν τέτοιους μας έβλεπαν κι εκείνοι» (Αριθμοί 13,27-33. Δευτερονόμιο 1,24-25. 1,28).

Ο Ωγ ήταν ο τελευταίος βασιλιάς των Αμορραίων, που κατοικούσαν στη Βασάν. Ο Ωγ ήταν ο μόνος που είχε απομείνει από τη γενιά των Γιγάντων στη Βασάν (Δευτερονόμιο 3,11. 29,6. Ιησούς του Ναυή 12,4. 13,12. 13,30-31). Το κρεβάτι του ήταν σιδερένιο και φυλάχτηκε στην ακρόπολη των Αμμωνιτών. Το μήκος του κρεβατιού του ήταν 9 πήχεις (4,5 περίπου μέτρα) και το πλάτος του 4 πήχεις (2,20 περίπου μέτρα) (Δευτερονόμιο 3,11).

Οι Ισραηλίτες πριν μπουν στη Χαναάν, έφτασαν στη περιοχή της Βασάν. Ο βασιλιάς της Βασάν, ο Ωγ, βγήκε με το στρατό του να τους πολεμήσει. Οι Ισραηλίτες χτύπησαν τη Βασάν και το στρατό της στην Εδραείν. Θανάτωσαν τον Ωγ και τους γιους του, όπως και όλο το λαό και κυρίεψαν τη χώρα (Αριθμοί 21,33-35. Δευτερονόμιο 3,1-11. 29,6-7. Ιησούς του Ναυή 12,4-6. 13,12).

Όταν ο Ιησούς του Ναυή κατέλαβε τις πόλεις της νότιας Χαναάν, κατέλαβε και τη Χεβρών. Την πόλη πολιόρκησε και κατέλαβε ο Χάλεβ (Ιησούς του Ναυή 14,6-14). Τη Χεβρών την εποχή εκείνη την κατοικούσαν την εποχή εκείνη οι γίγαντες Ενακίτες. Η πόλη λεγόταν τότε Αρβόκ ή Κιριάθ-Αρβά ή Καριαθαρβοκσεφέρ (πόλη του Αρβά, ο Αρβά ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνθρωπος ανάμεσα στους Ενακίτες) (Ιησούς του Ναυή 14,15. Κριτές 1,10).

Ο Χάλεβ, σύμφωνα με εντολή του Ιησού του Ναυή, κατέλαβε τη Χεβρών, η οποία ήταν η πρωτεύουσα των Ενακιτών και εξολόθρευσε τους τρεις γιούς του Ενάκ, τον Αχιμά (Αχιμάν), τον Σουσί (Σεσσί) και τον Θολαμί (Θελαμί) (Ιησούς του Ναυή 10,36-37. 15,13-14. Κριτές 1,10). Έτσι ο Ιησούς του Ναυή εξολόθρευσε τους γίγαντες Ενακίμ (Ανακίμ), που ζούσαν στη Χεβρών, στη Δαβίρ, στην Αναβώθ και σ’ ολόκληρη την ορεινή περιοχή της φυλής Ιούδα και του Ισραήλ.

Τους αφάνισε και κατέστρεψε τις πόλεις τους. Δεν απόμεινε πια απόγονος του γίγαντα Ενάκ (Ανάκ) στη χώρα, παρά μόνο μερικοί στη Γάζα, στη Γεθ και στην Ασεδώθ (Ιησούς του Ναυή 11,21-22).

Όταν ο Ιησούς του Ναυή κατέλαβε τις πόλεις της νότιας Χαναάν εξολόθρευσε τους γίγαντες Ενακίμ (Ανακίμ), που ζούσαν στη Χεβρών, στη Δαβίρ, στην Αναβώθ και σ’ ολόκληρη την ορεινή περιοχή της φυλής Ιούδα και του Ισραήλ. Τους αφάνισε και κατέστρεψε τις πόλεις τους.

Δεν απόμεινε πια απόγονος του γίγαντα Ενάκ (Ανάκ) στη Χαναάν, παρά μόνο μερικοί στη Γάζα, στη Γεθ και στην Ασεδώθ (Ιησούς του Ναυή 11,21-22). Την Χεβρών πολιόρκησε ο Χάλεβ (Ιησούς του Ναυή 14,6-14). Ο Χάλεβ, σύμφωνα με εντολή του Ιησού του Ναυή, κατέλαβε τη Χεβρών, η οποία ήταν η πρωτεύουσα των Ενακιτών και εξολόθρευσε τους τρεις γιούς του Ενάκ (Ανάκ), τον Αχιμά (Αχιμάν), τον Σουσί (Σεσσί) και τον Θολαμί (Θελαμί) (Ιησούς του Ναυή 10,36-37. 15,13-14. Κριτές 1,10).

Μετά από την εγκατάσταση των Ισραηλιτών στη Γη της Επαγγελίας, οι υψηλόσωμες αυτές φυλές εξολοθρεύτηκαν, και δεν έμειναν πλέον Ανακείμ στο Ισραήλ. Μόνο στη Γάζα, στη Γεθ, και στην Άζωτο έμειναν, αναμεμειγμένοι με τους Φιλισταίους (Ιησούς Ναυή 11,21-22). Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Γολιάθ από τη Γεθ. Το ύψος του ήταν περίπου 2,5 μέτρα.

Φορούσε περικεφαλαία στο κεφάλι του και αλυσιδωτό θώρακα, από χαλκό και σίδηρο, που το βάρος του ήταν περίπου 50 κιλά. Είχε χάλκινες περικνημίδες στα πόδια του και χάλκινη ασπίδα στους ώμους του. Το δόρυ του ήταν χοντρό και μεγάλο, σαν το αντί του αργαλειού και η σιδερένια λόγχη του ζύγιζε περίπου 6,5 κιλά (Α’ Βασιλειών 17,4-7).

Κατά τη μονομαχία του Δαβίδ με το Γολιάθ, μετά τα ειρωνικά σχόλια του γίγαντα προς το μικρόσωμο Δαβίδ, εκείνος άπλωσε το χέρι του στο σακούλι, πήρε ένα λιθάρι και το εκσφενδόνισε ενάντια στο γίγαντα. Το λιθάρι τρύπησε την περικεφαλαία και χώθηκε στο μέτωπο του Γολιάθ, ο οποίος πληγώθηκε θανάσιμα κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη. Έπειτα ο Δαβίδ στάθηκε πάνω απ’ το βαριά τραυματισμένο Γολιάθ, τράβηξε το ξίφος από τη θήκη του Φιλισταίου και τον αποτέλειωσε, κόβοντάς του το κεφάλι (Α’ Βασιλειών 17,41-51).

Μετά τη θανάτωση των εφτά απογόνων του Σαούλ από τους Γαβαωνίτες, ο Δαβίδ έδωσε διαταγή στον Δαν, γιο του Ιωά, που ήταν απόγονος των γιγάντων να κατεβάσει και να παραλάβει τα κρεμασμένα πτώματα, τα οποία ο Δαβίδ τα έθαψε μαζί με τα οστά του Σαούλ και του Ιωνάθαν, στον τάφο του Κις, πατέρα του Σαούλ (Β’ Βασιλειών 21,11-14).

Μετά από αρκετά χρόνια έγιναν καινούριες μάχες μεταξύ των Φιλισταίων και των Ισραηλιτών. Στην πρώτη μάχη πήρε μέρος κι ο Δαβίδ, ο οποίος λόγω της μεγάλης του ηλικίας κουράστηκε. Μεταξύ των Φιλισταίων ήταν και ο Ιεσβί, ένας από τους απογόνους των γιγάντων. Το ακόντιο του ζύγιζε πάνω από 300 σίκλους χαλκού (3500 γραμμάρια περίπου). Ήταν ζωσμένος μ’ ένα ρόπαλο και μ’ αυτό όρμησε αποφασισμένος να σκοτώσει το Δαβίδ. Αλλά ο Αβεσσά έσπευσε και βοήθησε το Δαβίδ. Χτύπησε τον Ιεσβί και τον σκότωσε (Β’ Βασιλειών 21,15-17).

Μετά τη μάχη αυτή, έγινε μια καινούρια στην περιοχή της Γεθ, στη Γαζέρ, μεταξύ των Ισραηλιτών και των Φιλισταίων. Εκεί ο Σεβοχά (Σοβοχαΐ) από την Αστατώθ (Ουσά), σκότωσε το γίγαντα Σεφ (Σαφού). Σε μια άλλη μάχη στην περιοχή της Γοβ, ο Ελεανάν (Ελλανάν), γιος του Αριωργίμ (Ιαΐρ) από την Βηθλεέμ, σκότωσε το Λαχμί, αδερφό του γίγαντα Γολιάθ από τη Γεθ, που το ξύλο της λόγχης του ήταν σαν το αντί του αργαλειού.

Σε μια άλλη μάχη πάλι στην περιοχή της Γεθ, ήταν ένας γίγαντας φαλακρός, ο οποίος είχε έξι δάκτυλα στα χέρια και στα πόδια (συνολικά είχε 24 δάκτυλα). Αυτός έβριζε συνέχεια τους Ισραηλίτες, αλλά ο Ιωνάθαν, γιος του Σαμμαά (Σεμεΐ) και ανηψιός του Δαβίδ, τον σκότωσε. Και οι τέσσερις αυτοί πολεμιστές ήταν οι τελευταίοι απόγονοι των γιγάντων, από τον οίκο του Ραφά στη Γεθ, και σκοτώθηκαν από το Δαβίδ και τους στρατιώτες του (Β’ Βασιλειών 21,18-22. Α’ Παραλειπομένων 20,4-8). Έτσι τον καιρό του Δαβίδ, σκοτώθηκαν και οι τελευταίοι γίγαντες τουλάχιστον στο χώρο του Ισραήλ.

πηγές:

http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

omadaorfeas

loading...