Ανέκδοτο: Δυο παπάδες πάνε Μύκονο διακοπές και τους βλέπει μία καλλονή

Ανέκδοτο: Δυο παπάδες πάνε Μύκονο διακοπές και τους βλέπει μία καλλονή

Δυο παπάδες αποφάσισαν να πάνε στα νησιά για διακοπές και συγκεκριμένα στην Μύκονο. Ήθελαν όμως να ευχαριστηθούν τις διακοπές τους γι αυτό σκέφτηκαν να μη φοράνε τίποτα που να δείχνει την ιδιότητά τους.

Πρώτη μέρα, λοιπόν, πάνε και αγοράζουν τα πιο απίθανα ρούχα διακοπών: χρωματιστά πουκάμισα, μυστήρια σορτς, σανδάλια, γυαλιά ηλίου, παρεό, οτιδήποτε που θα “κολλάει” με το λουκ των υπολοίπων στο νησί.

Πηγαίνουν και αράζουν στις ξαπλώστρες Και ξαφνικά εμφανίζεται μια Ξανθιά που κόβει ανάσες, με ένα μπικίνι που σκοτώνει, με καμπύλες απερίγραπτες. Περνάει από δίπλα τους και ρίχνοντάς του μία φευγαλέα ματιά τους καλημερίζει:

“Καλησπέρα, πάτερ! Καλησπέρα πάτερ!” είπε και χαμογέλασε στον καθένα τους ξεχωριστά!

Εεεεε;;; Άφωνοι έμειναν και οι δυο κληρικοί και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
Δεν ήταν δυνατόν! Πως τους αναγνώρισε; Από τα μούσια, ίσως; Μα και άλλοι είχαν μούσια εκεί τριγύρω. Αποκλείεται! Αλλά, επειδή είχαν αποφασίσει διακοπές και ξεκούραση, είπαν να ξεχάσουν το συμβάν.

Το επόμενο πρωινό, στις ίδιες ξαπλώστρες οι δύο παπάδες, με άλλα ρούχα και μαγιό, με χυμούς στα τραπεζάκια, αναπαύονται κάτω απ τον
ήλιο, δίπλα στη γαλάζια θάλασσα όταν . . . νάσου και πάλι εμφανίζεται η ξανθιά!

Με φωτιά-στα-κόκκινα στpιyκάκι και τ0πλες να πεθαίνει όποιος είχε γλυτώσει την προηγουμένη. Με εκείνο το περπάτημα που κολάζει και άγιο, πάλι περνάει από κοντά τους.

“Καλημέρα, πάτερ! Καλημέρα πάτερ!” είπε και χαμογέλασε στον καθένα τους ξεχωριστά, ξανά.

Καλά, πώς καταλάβαινε ότι είναι παπάδες, αναρωτιούνται οι δύο κληρικοί Ήταν δυνατό; Αποφάσισαν να αλλάξουν πάλι τα ρούχα τους και πήγαν κι αγόρασαν ό,τι πιο εξωφρενικό υπήρχε, κουρεύτηκαν καρφάκια, κάναν και καμιά ανταύγεια, φόρεσαν τζόκεϊ ανάποδα σαν Αμερικάνοι μπασκετμπολίστες, παρεό χαβανέζικα και ξανάραξαν στις ξαπλώστρες ελπίζοντας να μην αναγνωριστούν ως ιερωμένοι.

Βάλε το email σου στην φόρμα για να λαμβάνεις τα άρθρα μας.

Όμως, ο διάολος, ως γνωστόν, έχει πολλά ποδάρια, οπότε η πλανεύτρα ξανθιά περνάει ένα ακόμα πρωινό με τι θανάσιμο λίκνισμά της

Τους πλησιάζει και πάλι και:

“Καλημέρα, πάτερ! Καλημέρα πάτερ!” είπε και χαμογέλασε στον καθένα τους ξεχωριστά, αλλά πριν προλάβει να απομακρυνθεί την σταματούν.

“Για μισό λεπτό, ωραία μου δεσποινίς. Είμαστε κληρικοί και περήφανοι που το επιλέξαμε, αλλά εσύ πώς το κατάλαβες;”

Εκείνη, κατεβάζει λίγο το γυαλί, τους κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια και απικρίνεται:

“Μα, πάτερ. Εγώ είμαι. Η αδελφή Μαρία!”

koolnews.gr

AMP code