Εξωγήινοι με Απήγαγαν και Είδα Πόλη στη Σελήνη

Γράφει ο Σπύρος Μακρής

Όταν ξύπνησε αμέσως κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Άνοιξε τα μάτια και το δωμάτιο που πριν μερικά δευτερόλεπτα πρέπει να ήταν σκοτεινό, γέμισε διάχυτο φως. Δεν ήξερε από που προερχόταν. Ήταν ένα μάλλον λευκό δωμάτιο χωρίς να φαίνεται πουθενά κάποια πηγή φωτός, έστω και κρυμμένη. Δεν υπήρχαν έπιπλα, αντικείμενα ή διακοσμήσεις πουθενά, ούτε καν παράθυρα. Το περιβάλλον έμοιαζε αποστειρωμένο. Ήταν σκεπασμένος με κάτι μαλακό, απαλό και ζεστό όσο χρειαζόταν. Θα το έλεγε κουβέρτα μόνο που έμοιαζε με αλουμινόχαρτο, χωρίς να είναι. Κατά μήκος της είχε κάτι που έμοιαζε με δύο φίδια πλεγμένα σε ένα δέντρο. Του θύμιζε το σύμβολο που έχουν τα φαρμακεία, αλλά απείχε πολύ από αυτά.

Ξεσκεπάστηκε και σηκώθηκε. Του είχαν φορέσει μια στενή φόρμα που του θύμιζε εκείνες του δύτη, αλλά ήταν πολύ άνετη. Αισθάνθηκε προσωρινό κρύο και μια προσωρινή ζαλάδα, σαν ο κόσμος πέρα από αυτόν να γύριζε. Έκανε ένα γύρω με τη ματιά του. Πουθενά πόρτα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πως βρέθηκε εκεί. Μπορούσε να θυμηθεί μόνο ότι είχε πιει τα κέρατά του, μόλις είχε χωρίσει, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Πρέπει να έπεσε με φόρα σε ένα τσιμεντένιο φράχτη. Πρέπει να ένιωσε όλα του τα κόκαλα να σπάνε. Τίποτε άλλο. Μόνο ένα φως να έρχεται από πάνω του. Μετά τίποτα.

Κι εδώ που τα λέμε… Μια χαρά αισθανόταν. Άρχισε να αγγίζει το σώμα του σε διάφορα σημεία. Δεν πονούσε πουθενά, ούτε είχε σπασμένα κόκκαλα, γδαρσίματα ή αμυχές. Μα που βρισκόταν; “Που βρίσκομαι;” φώναξε με όλη του τη δύναμη. Ξαφνικά τα μισά τοιχώματα του δωματίου που βρισκόταν έγιναν διάφανα. Μπορούσε να βλέπει έξω. Πετούσαν ψηλά, πάνω από πράσινο έδαφος και μικρούς κρατήρες. Του ήρθε ένα αίσθημα υψοφοβίας που, για κάποιο λόγο, έπαψε να συνεχίζει να υπάρχει. Βρισκόταν πάνω, ή μάλλον μέσα σε ένα ιπτάμενο σκάφος. Κι αν έκρινε καλά από αυτό που έβλεπε, βρισκόταν αρκετά μέτρα πάνω από την επιφάνεια της Σελήνης και στο βάθος ξεχώριζε μία φωτεινή πόλη στο πυκνό σκοτάδι που απομακρυνόταν. Τι; Όλο αυτό ήταν αλλόκοτο, δεν μπορούσε να συμβαίνει.

Πέρα από το πράσινο τοπίο, έβλεπε μέσα στο σκοτάδι μια φωτεινή πόλη με ουρανοξύστες. Τεράστιες ορθογώνιες δομές, ολόφωτες, η μία δίπλα στην άλλη. Λες και ήταν κάπου στη Νέα Υόρκη – δεν του ερχόταν κάποιο άλλο μέρος στο νου. Όσο απομακρυνόταν από την πόλη το μόνο που προλάβαινε να δει ήταν πως οι πανύψηλες δομές δεν ήταν σαν στοιβαγμένα κουτιά. Ανάμεσά τους υπήρχαν κενά, κάτι σαν δρόμοι, μπορεί και πλατείες. Ξαφνικά τα φώτα από τους ολόλαμπρους ουρανοξύστες έσβησαν όλα μαζί. Η πόλη βυθίστηκε στο σκοτάδι. Δεν φαινόταν πια. Σα να μην υπήρξε ποτέ. Το σκάφος αμέσως αύξησε ταχύτητα και πήρε στροφή. Τότε του φάνηκε πως είδε τη Γη όπως περίπου την θυμόταν από διάφορες φωτογραφίες. Μόνο που δεν ήταν…

Ξαφνικά, άνοιξε τα μάτια και βρισκόταν δίπλα στο στραπατσαρισμένο αυτοκίνητό του, μπρούμητα στο έδαφος. Φορούσε τα κανονικά του ρούχα, τα οποία ήταν γεμάτα αίματα και σκισμένα. Ήταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο ανάμεσα σε πράγματα του αυτοκινήτου που είχαν σπάσει από τη σύγκρουση ενώ άλλα είχαν εκσφενδονιστεί δεκάδες μέτρα μακριά. Σηκώθηκε σαν από λήθαργο και άρχισε να αγγίζει τον εαυτό του σε διάφορα σημεία. Δεν είχε σπάσει τίποτα, δεν πονούσε πουθενά. Από μακριά ακούστηκαν σειρήνες περιπολικού και ασθενοφόρου. Όταν τον εξέτασαν επιβεβαίωσαν πως έχαιρε άκρας υγείας. Ωστόσο, κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πως βρέθηκε έξω από ένα αμάξι που θα χρειαζόταν την πυροσβεστική για να τον απεγκλωβίσει, χωρίς καμία γρατζουνιά, αλλά με ρούχα σκισμένα και γεμάτα αίματα. Ούτε ο ίδιος μπορούσε να το εξηγήσει.

*Ιστορία εμπνευσμένη από ομολογίες ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι έχουν απαχθεί, από το βιβλίο Abduction: Human Encounters with Aliens του John E. Mack, ψυχιάτρου του Harvard, σε συνδυασμό με αυθεντική εικόνα του Apollo Image Atlas από την NASA με την ονομασία AS10-27-3906 και συντεταγμένες 1.4° N / 0.4° E, την οποία μπορείτε να δείτε εδώ: https://www.lpi.usra.edu/resources/apollo/frame/?AS10-27-3906

diadrastika / Image: AS10-27-3906 from USRA

AMP code