Ανέκδοτο: Ένας μεθυσμένος στον οίκο αvοχής, με δύο φίλους

[02/08/2019 - 16:46]

Ανέκδοτο: Ένας μεθυσμένος στον οίκο αvοχής, με δύο φίλους

Τρεις φίλοι, όπου ο ένας είναι μεθυσμένος, πήγαν σε ένα οίκο αvοχής για να κάνουν τα σχετικά που συνηθίζεται εκεί. Μπαίνουν μέσα και η πρώτη που βλέπουν είναι μία καλοστεκούμενη κυρία που το μάτι της κόβει από χιλιόμετρα.

– Γεια σας.

– Γεια σας, λέει η κυρία.

– Θα θέλαμε τρεις γυναίκες για… καταλαβαίνετε.

– Λυπάμαι πολύ. Αυτή τη στιγμή είναι διαθέσιμες μόνο δυο κοπέλες.

Πετάγεται ο ένας της παρέας και της λέει στο αυτί να δώσουν στο μεθυσμένο μια φουσκωτή κούκλα γιατί δεν θα καταλάβει την διαφορά μέσα στην τύφλα του. Εκείνη συμφωνεί και τους οδηγεί στα δωμάτια.

Όταν αργότερα όλοι τελείωσαν βγήκαν από το σπίτι και άρχισαν να λένε τις εντυπώσεις τους.

Λέει ο πρώτος:

– Εμένα θα πρέπει να ήταν Αγγλίδα γιατί όλο φώναζε «Yes Babe!» και «Yes Babe!»

– Και εμένα πρέπει να ήταν Κινέζα γιατί συνεχώς έλεγε κάτι σαν «Tσιν Tσον»!

Λέει και ο μεθυσμένος:

– Εμένα, χικ, πρέπει να ήταν μάγισσα, χικ, γιατί έκανε ένα «Φσσσσστ» και, χικ, έφυγε από το παράθυρο! katharmata.net

Διαβάστε ένα ακόμη:

Ανέκδοτο: Κάποτε σε ένα πειρατικό καράβι υπήρχε ένας μούτσος

Κάποτε σε ένα πειρατικό καράβι υπήρχε ένας μούτσος. Ήταν πάρα πολύ κοντός με ύψος που με το ζόρι έφτανε τους σαράντα πόντους. 

Μια μέρα λοιπόν πάει στον καπετάνιο και του λέει: 

-Καπετάνιε έχω μεγάλο πρόβλημα που δεν πάει άλλο. Είμαι τόσο κοντός που οι άλλοι ναύτες όλο με πατάνε και με κλωτσάνε. Κατά λάθος, βέβαια, Δεν με βλέπουν. Είναι σαν να είμαι αόρατος. Αλλά δεν πάει άλλο. Κάνε κάτι σε παρακαλώ. Δώσε τους μία διαταγή να είναι προσεχτικοί. Ή… δεν ξέρω. Αλλά κάτι πρέπει να γίνει.

– Σε καταλαβαίνω, του λέει ο καπετάνιος. Πάρε αυτό το κλειδί, πήγαινε στο αμπάρι και ξεκλείδωσε το σεντούκι που θα βρεις. Μέσα έχει ένα λυχνάρι. Βγάλ’το έξω, τρίψ’το και θα εμφανιστεί ένα τζίνι, το οποίο θα σου πραγματοποιήσει μόνο μία επιθυμία. Ζήτα του ό,τι θέλεις. Πες του να σε κάνει δυο μέτρα. Αλλά πρόσεξε μίλησέ του δυνατά γιατί το τζίνι είναι λίγο κουφό. Και πρόσεξε. Έχεις μόνο μία ευχή.

Όλο χαρά, ο μούτσος τρέχει στο αμπάρι, ξεκλειδώνει το σεντούκι, βρίσκει το λυχνάρι, το τρίβει και αμέσως, εμφανίζεται ένας καπνός. Ήταν το τζίνι.

-Τη διαταγή σου αφέντη μου, του λέει το τζίνι.

Σκέφτεται λίγο ο μούτσος «τι ύψος και παπ@ριές τώρα…» τα λεφτά είναι το παν και του ζητάει ένα εκατομμύριο λίρες. 

Το τζίνι έγνεψε καταφατικά και αμέσως εμφανίστηκαν ένα εκατομμύριο μπύρες. 

Ολο απαγοήτευση ο μούτσος πάει στον καπετάνιο και του λέει τι έπαθε.

Και ο καπετάνιος του απαντά: 

– Βρε βλάκα, βρε ηλίθιε, βρε ζώον. Δεν σου είπα να του μιλήσεις δυνατά; Εγώ τι νομίζεις ότι του ζήτησα;… Σαράντα πόντους μούτσο; anekdota.gr

loading...
Loading...
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ